Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΗΣ Γιώργης...[ Γιωρνός ]..!!!

 
‘’εφτά μουλάρια εκατάλησα…για να σας αναθρέψω…’’

Ετσά ‘λεγε ο πατέρας μου και τό ‘χε για καμάρι
πώς στη ζωή ‘ντου πάλεψε, σαν άξιο παλληκάρι
για να μπορέσει ολόκληρη, μιά φαμηλιά να ζήσει
μέσα στην μετακατοχή,απού ‘χε γονατίσει
τον κόσμο στην κακομοιριά, την πείνα και την φτώχια
κι’ αλληλοσπαραζότανε, στου διχασμού τα βρόχια.
Δύσκολα χρόνια τσ’ ανθρωπιάς, πού’χε βαλτοπεδώσει
κι’ αγκομαχούσε ο καλός για να επιβιώσει
ρουφιανοκουτοπόνηροι βαστούσαν τα υνία
και βλέπαν ως μιάσματα, τσ’ άλλους στην κοινωνία
Η λιγοστή π’ απόμεινε δύναμη στους αγρότες
την εκμεταλευότανε, οι αρχοντοδεσπότες..
Κι’ όσοί ‘χαν μπράτσα δυνατά και σθένος στην ψυχή τους
μεροκαματιαζότανε, την σωματαντοχή τους
Σε ξένα αμπελοχώραφα,βουβοί ιδροκοπιούνταν
και με τσι τιμιότητας, τον άρτο ‘συντηρούνταν
Ήταν τα μπράτσα τσ’ αγροτιάς, οι μουλαροζευγάδες
οι χωματοπαλεύγοντες κι’ οι γεωργοσκαφτιάδες....
 
 Ένας από τσι λιγοστούς, ήτανε κι’ ο δικός μου
Παιδοαναθρεφτάρης μου και πληρεξούσιός μου
που σωματο-ιδροκοπά, σε κάμπους και σε πλάγια
και καταλεί τη νοιότη ‘ντου, μαζί με τα μουλάρια
Γιορτή, σκολάδα τι θα ‘πεί ποτέ ‘ντου δεν κατέχει
αργεί και ξεκουράζεται, μονάχα οντε βρέχει...

 Φορτώνει τα συμπράγαλα κι’ η μάνα ξεπορτίζει
στο αυλοπόρτι του σπιτιού και τον ξεπροβοδίζει
Στο πισωσκάρβελο κρεμά, ένα τριχοντρουβάλι
κρασί, φα’ί’ και λιχουδιές, μέσα ‘ντου έχει βάλει.
 Μουλαροκαβαλίκευγε κι’ ήκανε τον σταυρό ‘ντου
ήλιο με ήλιο ήτανε το μεροκάματό ‘ντου .
Πάμε ‘’αράπη’’φύγαμε, έλεγε στο μουλάρι
και του τραβούσε το λουρί από το χαλινάρι
κροτολαλούν τα πέταλα, στα καλτηριμοδρόμια
κι΄αντιλαλούν στις λαγκαδιές, σκιάζοντας τα τρυζόνια..
Σαν έφτανε η διαδρομή, στο τέρμα ξεπεζεύγει
ο αναβάτης άρχοντας και τον ‘’αράπη’’ζεύγει.
Μπροστά ο τετραπόδαρος και πίσω ‘ντου ο ‘ξωμάχος
δέν τους φοβίζει η δουλειά, δεν τσ’ ακουμπά το άγχος..
Πίσω απ’ το ζυγάλετρο, εχάραζε πορεία
και την δική ‘ντου έγραφε, ανθρωπο-ιστορία
μόχθος κι’ ιδρώτας στάζανε,ξωπίσω απ’ τ’ αλέτρι
και εσταλαγματούσανε, εις το χωματοπέτρι
πατεί την έχερη ο ζευγάς και το υνί καρφώνει
στα σωθικά τσι μάνας γής και την ανανεώνει..
Αγκομαχεί το ζωντανό και ξεροκαταπίνει
δούλος του δούλου προσπαθεί τον πόνο ν’ απαλίνει
κατέχουνε κι’ οι δυό μαζί, πώς η φαγοπιοτούρα
θέλει ιδρώτα για να ‘μπεί, μέσα στην ματζαντούρα
Χρειάζεται υπέρβαση, δυνάμεων στο σώμα
ολημερίς να πολεμάς, με πέτρες και με χώμα…
Ισχνές φιγούρες ζωντανές, απου συνενογούνται
με λέξεις μονοσύλλαβες, που ούτε κάν’ αρθρούντε
Ηλιοκαμένα σώματα και σκληροπετσωμένα
που βράζει μές τις φλέβες τους, της εργατιάς το αίμα
και φαίνονται ανάγλυφες, ιδρωτοσκεπασμένες
π’αστραυταλίζουνε στο φώς, λές κι’ είναι σμιλευμένες..
Οζό και άνθρωπος μαζί, σωματοκαταλιούνται
παλεύγουν με τα χώματα, λιγούν μα δεν πτοούνται
ούτε τσι φύσης τα στοιχειά, τους προξενούν φοβέρα
εκτός κι’ ανοίξει ο ουρανός, και βρέχει όλη μέρα…
 

 Κάπως ετσά εζούσανε εις το χωριό μου τότες
όσοι δεν ξενητεύτηκαν και μείνανε αγρότες
Κάπως ετσά, πολλές γενιές, τα χρόνια αυτά τραφήκαν
σκληρή ζωή μα μπόρεσαν και υπερασπιστήκαν
τίμια και επάξια, το βιός και τα παιδιά τους
μέσ’ απ’ την βιοπάλη τους και την σκληρή δουλειά τους….



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...