Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Το Λεμονατζίδικο του Γιώργη του Μαυριτσάκη..[ Κέης ]





 Ένα λεμονατζίδικο, εις το χωριό υπήρχε
ο ‘’Γκόρης’’των Λεβέντηδων, τη δούλεψή ‘ντου είχε
Από την χώρα τό ‘χε’νε εις το χωριό φερμένο
και στην απάνω γειτονιά το είχε στελιωμένο
Κοντά εις το Κοινοτικό, σε μιά μικρή πλατεία
κι’ εκτός τσι ντόπιους είχε’νε  και ξένους πελατεία
Κράσι..Αβδού..Γωνιές..Κερά..Σφεντύλι και ποιό κάτω
στις Ποταμιές..επίνανε λεμόνι μυρωδάτο
Πορτοκαλάδες δροσερές, γκαζόζες ανθρακούχες
π’ οντέ τσι ξεκαπάκωνες εκάναν άσπρες φούσκιες
Για χώνεψη τσι πίνανε οι καλοφαγωμένοι
ρευγόσουνα και η κοιλιά, ήνοιωθ’ αλαφρωμένη..!!
Όταν του ‘’Γκόρη’’η αδερφή, είπε γαμπρό ευρήκα
μα το λεμονατζίδικο, ζητάει μου για προίκα..
‘’Γκόρης’’και Μπράς’’συμφώνησαν μαζί με τ’ άλλα αδέρφια
να μη χαλάσουν του γαμπρού και τσ’ αδερφής τα κέφια.!
Κι’ ετσά καινούργιο  αφεντικό, ο ‘’Κέης’’ είναι τώρα
μισέψαν τα κουνιάδια ‘ντου και μπήκανε την χώρα
Εκειά εκάτσαν μόνιμα κι’ αποκατασταθήκαν
και ποιό επικερδείς δουλειές, βρήκαν κι’ ασχοληθήκαν.!!!
Από τσι Μαυριτσάκηδες, ο ‘’Κέης’’καταγόταν
και με αγροτικές δουλειές μόνο καταγινόταν
Μα ‘δά που γίνηκε γαμπρός και την Βαγγέλα πήρε
εγίνηκε λεμονατζής και την χαρά ‘ντου ήβρε
Είχε κι’ ένα γωνιακό μικρούλι καφενείο
η παντριγιά ‘ντου φαίνεται, πως τού ‘κατσε λαχείο
Γιατί ευρήκε’νε δουλειά και μαγαζί συγχρόνως
λεμονατζής εις το χωριό είχε ‘πομείνει μόνος.!!
Στην γειτονιά μου είχε’νε την επιχείρησή ‘ντου
και πού και πού με έπαιρνε κι’ εμέ στη δούλεψή ‘ντου.
…Πρωταρχικό μου μέλημα, να πλύνω τα μπουκάλια
που στηβαγμένα ήτανε, μές τα κασόνια άδεια
Δυό γούρνες τσιμεντοχυτές, είχε’νε καμωνένες
και με νερό ως την κορφή τσί ‘χε ξεχυλισμένες
Μέσα εκειά τα ‘φκαίρενα κι’ ένα μακρύ βουρτσάλι
ήπερνα και το στρούφιζα μέσα εις το μπουκάλι
Δυό – τρείς φορές το έκανα και μού ‘λεγε καλά ‘ναι
χρόνο  δεν πρέπει και νερό πολύ να σπαταλάμε
Στην άλλη γούρνα τά ‘ριχνα κι’ αυτός εξέπλυνέ ‘ντα
και μές τσι θήκες απ’ αρχής, καθάρια έβανέ ‘ντα…
Σ’ ένα τραπέζι δίμετρο, είχενε τρείς κουβάδες
που μέσα ‘ντους εκρύβγανε, τσι γλυκονοστημάδες
Κι’ οντέ τσι ξεκαπάκωνε, οι γεύσεις ξεχωρίζαν
πορτοκαλιού και λεμονιού, αρώματα μυρίζαν.!
Ένα μπρικάκι του καφέ, είχε μεσοκομένο
μπρούτζινο..και το είχε ‘νε μεζούρα καμωμένο
Ένα ντενεκεδοχωνί από τ’ αυτί βαστούσε
εις  τα μπουκαλοστόμια επάνω τ’ ακουμπούσε
Και το σορόπι  μοίραζε, ισόποσα και σβέλτα
χρώματα και αρώματα, λές και σκουτουλομέτρα.!
Είχε ‘νε και τ’ αμέντε ‘ντου, στις  μύγες που πετούνε
να τσι ξωρίζω μού ‘λεγε, μή στα μπουκάλια ‘μπούνε..
Μόλις τα ‘ποσορόπιαζε, τά ‘παιρνα ένα – ένα
και μούλεγε ‘νε μέτρα ‘τα, πόσά’χω γεμισμένα
Στο εμφιαλωτήριο δίπλα εντάνιαζά  ‘ντα
και μ’ ένα τούλι νυφικού, εκαλοσκέπαζά ‘ντα.!!
…[ μιά – δυό μερών παραγγελιές, εξάνοιγε να βγάλει
η ζήτηση εκτός  χωριού, δέν ήταν πιά μεγάλη
Γιατί ανοίξανε κι’ αλλού, τέτοιες επιχειρήσεις
και περιοριστήκανε στους ξένους οι πωλήσεις
Τα καφενεία του χωριού, μόνο τροφοδοτούσε
αλλά η κατανάλωση που είχαν τον αρκούσε
Πολλά ‘τα’νε και είχανε όλα τους πελατεία
προπάντως όσα βρίσκονταν στην κεντρική πλατεία
Τα πανηγύρια κι’ οι χοροί, συχνά- πυκνά γινόταν
και όλα τ’ αναψυχτικά, πού ‘βγανε ‘ξοδιαζόταν
Κι’ ετσά ‘χε πάντοτε δουλειά, έστω και μειωμένη
κι’ οι καβετζήδες και αυτός, ήτανε κερδισμένοι..!!]
…- Πάμε για εμφιάλωση,  έλεγε μάνι – μάνι
και το παπούτσι το δεξί, από τον πόδα βγάνει
Μία γαλότζα φόραγε, δεν χρειαζόταν άλλη
για να πατεί  με δύναμη  το σιντεροπετάλι
Να σκώνεται το έμβολο, ψηλά να μαγκανίζει
το χείλωμα του μπουκαλιού, να καπακοσφραγίζει
Μιά να’υ’λένια προσποδιά, είχε’νε κρεμασμένη
μ’ ένα λουρί απ’ το λαιμό, το μπέτη να μή ‘γραίνει
Με το ζερβό το χέρι ‘ντου, σφήνωνε τα καπάκια
δουλεύγοντας τα τρία ‘ντου μονάχα δαχτυλάκια
 Τα δυό  το σφίγγανε γερά και τ’ άλλο αποκάτω
το σπρώχνει ίσαμε να μπεί, να πιάσει μήτρας πάτω
Το ίδιο χέρι ύστερα πιάνει και το μπουκάλι
και σε μιά βάση τ’ ακουμπά, που κλείνει σαν αγκάλη
Το χέρι ‘ντου το δεξιό, απάνω - κάτω πάει
και την λαβή ενός μοχλού, στην χούφτα ‘ντου βαστάει
Δεν τον αφήνει ούτε λεφτό, γιατί αυτός ρυθμίζει
κι’ ανάλογα την κίνηση ανοίγει και σφαλίζει
Νερό μαζί κι’ ανθρακικό, τρέχει ανεκατωμένο
οντέ τον ‘έχει χαμηλά, ομπρός κατεβασμένο
Μέσα σε δευτερόλεφτα, το ‘νε ξανασηκώνει
πατεί τον πόδα ‘ντου γερά το έμβολο σηκώνει
Και το μπουκάλι έρχεται και βρίσκει το καπάκι
και στοματοσφραγίζει ‘ντου, τ’ απανοχειλαδάκι..!!
..- Όλο το ζόρε τσι δουλειάς, εγώ το ‘νε τραβούσα
μιά ρόδα σκιάς μισής οργιάς, διάμετρο γυρνούσα
Μιά μπρούτζινη χειρολαβή, είχε για να την πιάνω
και με τα δυό τα χέριαμου, κουμάντο να την κάνω
Ώρες  ατέλειωτες πολλές, να σπρώχνω ομπρός – οπίσω
και να ξανοίγω που πατώ, μην τύχει και γλυστρήσω
Γιατί ‘τα ‘νε χάμε νερά, ο τόπος γιομισμένος
κι’ εγώ στο χεραγώνι τζης είμουνα στηριγμένος
Η ρόδα ασταμάτητα έπρεπε να γυρίζει
για να μπορεί η μηχανή μπουκάλια να γιομίζει
Κι’ ήπρεπε αργά και ρυθμικά, να τη ‘νε κυκλοφέρνεις
χωρίς μιλιά, χωρίς λαλιά, ανάσα να μην παίρνεις
Το κοπελίστικο μυαλό που τότες κουβαλούσα
αρνιότανε πεισματικά  να ‘πεί πώς  δεν μπορούσα
Και σαν το βού’ι’ ‘πίλωθα, από ντροπής και μόνο
σύρωνε ο ιδρώτας μου, μα δεν γροικούσα πόνο
Και όλη την ενέργεια που είχα καταλιούσα
εις τον τροχό τσι μηχανής π’ αμίλητος γυρνούσα
Ένα διπλό κάθε φορά, μού ‘δεινε χαρτζιλίκι
ετσά αργάτη ήλεγε, πού το ‘νε ξαναβρίσκει.!
Μα πού να ξέρει πώς εγώ, κάπως αλλιώς σκεφτόμουν
και διαολιές εσκάρωνα, την ώρα π’ εργαζόμουν….
….-[ Μιά μέρα το αμάτι ‘ντου, είχενε ‘δεί να πλέει
μιά μύγα στ’ αναψυκτικό..πιές το Γιαννιό μου λέει.!
Από ‘κεια πονηρεύτηκα και μύγες κυνηγούσα
και ψόφιες εις την τσέπη μου, καμπόσες εκρατούσα
 Και οντέ ‘νε σορόπιαζε κι’ ήπερνα τα κασόνια
πρίν τα σκεπάσω δούλευγε, ο νούς μου υποχθόνια
Από την τσέπη ήβγανα μιά μύγα με σβελτάδα
και έριχνά την γρήγορα, εις την πορτοκαλάδα
Δεν είχε’νε ανθρακικό κι’ ήτανε σκέτη γλύκα
πόσες θα ποιώ ερύθμιζα, μιάς και τον τρόπο βρήκα
Πεντέ ‘ξη μύγες αρκετές, εφτάναν να’’ χορτάσω’’
την ώρα που τσι θώριε ‘νε, μου ‘ρχόταν να γελάσω
Διότι εβλαστήμανε τσι μύγες τσι πουτάνες
βρωμόμυγιες, σκατόμυγες, τσ’ ήλεγε και ρουφιάνες
Και τσι αναθεμάτιζε, μήπως και τσι ‘ξορκίσει
γιατί εμαγαρίσανε, τσ’ ανθρώπους και την φύση
Κι’ επαρακάλιε τον Θεό όλες να τσι ξεβγάλει
την ώρα που τη θώριε’νε να πλέει στο μπουκάλι
Ντελόγο μου την έδινε κι’ εξεκαπάκωνά ‘την
και με το δαχτυλάκι μου, όξω κωλόσυρνά ‘την
Και απνευστί την ρούφαγα και μέσα μου χαιρόμουν
έστω και αν με πονηριά, αυτοδικαιωνόμουν
Μέχρι που εμαρτύρησα την πονηριά και σ’ άλλους
που  τσ’ έξυπνους μου κάνανε, τάχα και τους μεγάλους
Και τζάμπα επηγαίνανε, την ρόδα κι’ εγυρίζαν
αφού με αναψυκτικά τον στόμαχο γιομίζαν
Κι’ ετσά εκόπηκε ο μισθός, δίφραγκο δεν ξανά’δα
μέχρι που εσιχάθηκα και την πορτοκαλάδα…
Κι’ όσο αγαθό κι’ αν φαίνεται, σαν παιδοκουζουλάδα
φαίνεται ότι όρια, έχει κι’ η πονηράδα……!!!!!!!!!!!!!!!
                                       Γιάννης Διαμαντάκης….25 – 7 -2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...