Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ..!!!



Το παρακάτω τραγούδι – Μοιρολόϊ αναφέρεται σε κάποιον Γιάννη Φανουράκη, ο οποίος σκοτώθηκε κυνηγώντας σε μιά απότομη βουνοκορφή κοντά στο Σφενδύλι, στις 25 – 10 – 1993 σε ηλικία 25 χρονών…Ήταν γιός του Φανουράκη Ανδρέα [ Σισαμαντρέα ] και αδερφός του Εμμανουήλ Φανουράκη [ Διανομέας ] του Φανουράκη Κωνσταντίνου [ Καστόρη ] καθώς και της Μαρίας Φανουράκη [ γυναίκα του Σταυράκη Δημητρίου ]…
…μου το είχε δώσει ο Κρητσωτάκης ο γιατρός το 1975…και το παραχώρησα στον Τροχαλάκη  Γιάννη ο οποίος το συμπεριέλαβε στο αξιόλογο πόνημά του [Λαογραφικά Ενθυμήματα ] που αναφέρεται στην Ιστορία του χωριού μας..!!!!!!! […Τόλμησα και έκανα κάποιες διορθώσεις…στο μέτρο της ομοιοκαταληξίας περισσότερο…συμπληρώνοντας και ισοζυγιάζοντας κάποιους ελλιπείς και χαοτικούς στίχους…που ίσως από τον αβάσταχτο πόνο και την ψυχική οδύνη του γράψαντος, δεν αποδόθηκαν σωστά..ή αλλοιώθηκαν
 άθελα από την οπτικοακουστική τους μεταφορά και παράδοση.. χωρίς να διασαλεύσω  το νόημα… του σκεπτοπονήματος….]

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ακούστε γλώσσα που μιλεί από μιά πικραμένη
κουνιάδα ήταν και σχεδόν αγράμματ’ η καϋμένη
Για ‘κείνον που γρεμίστηκε στο δάσος στο φαράγγι
σκοτώθηκε κι’ απόθανε, χωρίς να τού ’ρθει ανάγκη..
Αχι και νά ‘μουνα κοντά στον τόπο που ‘γκρεμίστεις
να ‘δώ εάν εμίλησες την ώρα που ‘ζαλίσθεις
Να ‘δώ εάν  εφώνιαξες Γιαννιώ την Παναγία
μπά  τσί ‘ταξες ώστε να ζείς, να τσ’ άφτεις τα καντήλια
Σίγουρα θα  τη φώναξες, Γιαννιώ μου δίχως άλλο
να σε γλυτώσει να σωθείς από γκρεμό μεγάλο
Μ’ αυτή δεν ήτανε κοντά, Γιαννιώ για να σε σώσει
αλλού την είχαν καλεστή, βοήθεια να δώσει
Δεν ήτανε εκεί κοντά, μόν’ ο συνκυνηγός σου
αυτός που πιένατε μαζί, ο φίλος ο δικός σου
Μα ούτ’ αυτός δεν είδε ’νε γιατί ‘τανε μακρά σου
το χτύπημα μονό ‘κουσε απ’ την γρεμισματιά σου
Στέκει κοιτάζει να σε ‘δεί και πίσω να γυρίσει
Γιάννη για νά ῤθει να σε ‘βρεί και να σε βοηθήσει
Φωνάζει σου δυό –τρείς φορές Γιάννη να τ’ απαντήσεις
μα ‘σύ δεν είχες δύναμη και στόμα να μιλήσεις
Εγύρισε και σ’ ήβρηκε στα αίματα γεμάτο
και με πολλές πληγωματιές στο σώμα πάνω-κάτω
Χωρίς μιλιά χωρίς λαλιά ήτανε το κορμί σου
το αίμα τρέχει ποταμός από την κεφαλή σου
Το αίμα τρέχει ποταμός τα μάτια σου κουκλώνει
μόνο να το γροικά  κιανείς, ο νούς ξεκαυκαλώνει
Στα χέρια ‘ντου σε σήκωσε, για να σου δώσει θάρρος
κι’ αμέσως εκατάλαβε πως σ’ είχε πάρει ο χάρος
Φωνάζει τότε δυνατά, βοήθεια ζητάει
αλλα κιανένας δεν γροικά, ούτε του απαντάει…
Γλακά  και  πάει στο χωριό να φέρει το μαντάτο
να ῤθούνε να τον πάρουνε οι συγγενείς του κάτω
Αχι μαντάτο θλιβερό, άχι καϋμός μεγάλος
τον άσκημό σου θάνατο δεν τον επήρε άλλος
Γρήγορα φτάνει στο χωριό το άσκημο χαμπέρι
κι’ ο κόσμος εσκοτείνιασε, πού ‘τανε μεσημέρι
Τ’ αδέρφια σου το μάθανε και τρέχουν και γλακούνε
εκειά απου γρεμίστηκες, έρχονται να σε βρούνε
Πώς σ ’είδανε τ’ αδέρφια σου στο αίμα κυλησμένο
κατωμεριά  του φαραγγιού ασκημοσκοτωμένο
Πώς τό ‘δανε τ’ αδέρφια σου Γιάννη μου το κορμί σου
οι πέτρες ‘κόψαν τον καρέ, από την κεφαλή σου
Και στο φαράγγι έμεινε Γιάννη μου ο καρές σου
φωνιάζανε και ‘κλέγανε τσι χάρες τσ’εδικές σου
Κάτω σε κατεβάσανε Γιάννη μου στο Σφεντύλι
κι’ ανοίξαν και σε βάλανε μέσα στο μοναστήρι
Ο Φανουράκης ο γιατρός ήρθε με μιά φοράδα
μα δεν σε γλύτωσε Γιαννιώ, ότι και να σου ‘κάνα
Ο Φανουράκης ο γιατρός σου κάνει ερωτήσεις
μα ‘σύ δεν ανεντράνισες ούτε να του μιλήσεις
Και λέει αφήσετέ ‘μου τον κι’ ότι μπορώ θα κάμω
δεν είμαι δά Θεός κι’εγώ, ψυχή για να του βάλω
Αμέσως σε σηκώσανε στην χώρα να σε πάνε
μά ‘χεις μεγάλα βάσανα, τα πάθη σου πολλά ‘νε
Ο Κρητσωτάκης ο γιατρός, έλειπε αυτή την ώρα
δεν ευρισκόταν στο χωριό, επήγαινε στην χώρα
Μα μόλις έφτασε κι’ αυτός κι’ ήμαθε το χαμπάρι
ντελόγω καβαλήκεψε  κι’ ήρθε με το μουλάρι….
Μεσάνυχτα σου φέρανε Γιαννιώ τον Κρητσωτάκη
Κι αμέσως εκατάλαβε που τό ‘χες το φαρμάκι
Και λέει πάρετέ το ‘νε και γλυτωμό δεν έχει
την μεγαλύτερη πληγή μες στην καρδιά την έχει
ντελόγο παραγγείλανε και κάμανε κασέλα
και βάλαν το κορμάκι σου και στο χωριό το ‘φέρα…
Κι’ όταν σε ανεδιάζανε Γιαννιώ στην Κάτω Βρύση
άνθρωπος δεν επόμεινε, απού να μην δακρύσει
Κι’ όταν σε ανεδιάζανε στην Κάτω Παναγία
δακρύσαν τα ‘κονείσματα και σβύσαν τα καντήλια
Κι’όταν σε ανεδιάσανε στο σπίτι του Κυρού σου
κοντό κι’ οντε ‘νε ‘μίσεψες να τό ‘βανε ο νούς σου
Πώς ήθελα σε φέρουνε Γιάννη μου με κασέλα
και τα χεράκια σου δετά, με νεκρική κορδέλα…
Τετάρτη μέρα χτύπησες, Πέμπτη επαραδώθεις
στον χάρο που σε γρέμισε και δεν ξανασηκώθεις..
Την Παρασκή την ταχυνή, δεν ήβγηκε ο ήλιος
για το χατήρι σου Γιαννιώ σκοτείνιασε κι’εκείνος
Για ‘σἐνα εσυννέφιασε κι’ η μέρα ‘γίνει βράδυ
γιατί σε κατεβάσανε στον μαυρισμένο  Άδη…
Και σαν το παραδώσανε στο χώμα το κορμί σου
επάψανε οι πόνοι σου κι’ οι αναστεναγμοί σου
Με πόνο κι’αναστεναγμούς εβγήκε η ψυχή σου
γιατί ‘κακοθανάτησε Γιάννη μου το κορμί σου
Και πρόωρα εμίσεψες στον βουλησμένο  Άδη
γιατί δεν είχες θάνατο όπως τον έχουν άλλοι…
Όλοι δακρύζουν και πονούν, σαν ’ρθεί η ώρα ‘κείνη
μα ο δικός σου θάνατος δεν έχει μερωσύνη
Τα εδικά σου βάσανανα ήτανε ποιό μεγάλα
λαβωματιά αγιάτρευτη, σκέτη φωτιά και λαύρα
Αζωντανός εμίσεψες νεκρός οπίσω νά ’ρθεις
κοντό γραφτό σου ήτανε Γιαννιώ μου να το πάθεις…..
…ετσά ‘τανε γραμμένο σου και μή κακαφοριέσε
ούτ’ άνθρωπος δεν σού ‘φταιξε να του παραπονιέσε
Ετσά ‘τανε γραμμένο σου η τύχη τό ’χε κρίνει
εις το βουνό του φαραγγιού η νιότη σου να μείνει…
Στο δάσος έγινες γαμπρός και νύφη σου ο χάρος
και το βουνό του φαραγγιού εμπήκε’νε κουμπάρος
Οι κλάδιες από τα δεντρά, ήτανε τα στεφάνια
με τον τσιφτέ σου άναψες κεριά και μανουάλια
Τα χαλικάκια του ‘γρεμού ήταν τα δαχτυλίδια
και τα αγριολούλουδα τσι νιότης σου στολίδια
Και το χαράκι πού ‘πεσες ήταν το μοναστήρι
με τα πουλιά να κελαϊδούν στ’ αριστερό ψαλτήρι
Μ’ αντίς τραγούδια τσι χαράς σου λέγαν μοιρολόγια
βουνά και πέτρες μάτωσαν τα θλιβερά τους λόγια….
Με ίντα καρδιά σε είδενε η Μάνα που σε γέννα
να κλείνουνε τα μάτια σου τα γλυκοζαχαρένια…
Σαν τ ’αρφανό σ’ ανάθρεψε με κόπους και με αίμα
γιατί ‘λειπε ο Κύρης σου αλάργο εις τα ξένα..
Κι’ εδά που σε μεγάλωσε κι’ έγεινες παλληκάρι
ο χάροντας σε ζήλεψε και ήρθε για να σε πάρει
Ποιός ήταν να τσι τό ‘λεγε πριχού να ξεπορτίσεις
να μή σ’ αφήσει για να βγείς να πάς να κυνηγήσεις
Νάτα ‘νε ποιός να σου το ‘πεί πρίν σηκωθείς να πιαίνεις
πώς το βουνό που θ’ανεβείς, κάτω δεν το γιαργιαίνεις
Νάτα ‘νε ποιός θα σου το ‘πεί, Γιάννη μου στ’ όνειρό σου
κακοστρατιά πως σού ‘χενε γράψει το τυχερό σου
Η μοίρα σου σε έσπρωξε να πάς για να περάσεις
τον εγκρεμό του φαραγγιού τα νιάτα σου να χάσεις
Εκειά ο χάρος σού ‘χενε στημένο το καρτέρι
και την ζωή σου πήρε ‘νε, άσπρο μου περιστέρι….
Στον κόσμο πρέπει ν’ ακουστή να φτάξει ως την πόλη
γιατί όσοι σε γνώρισαν σε αγαπούσαν όλοι
Κι’ η μαύρη γή σου τρώει ‘δά τα όμορφά σου κάλλη
την Μάνα σου τα δάκρυα κι’ η φλόγα η μεγάλη….
..αυτά απου συνέβησαν  στο άμοιρό σου σώμα
τά  ‘γραψε η κουνιάδα σου Γιαννιώ μου η Πατρώνα
Τα τελευταία  δίστιχα είναι του αδερφού σου
που δεν παλεύγει τον καημό του αποχωρισμού σου
…Στα χίλια ενιακόσια και στου Χριστού τα χρόνια
εχάθει  τ’ αδερφάκι μου, θα το θυμούμαι αιώνια
Στις εικοσπέντε τ’ Οκτωβριού τ ’Αγίου Δημητρίου
συχώριο να ‘χεις κι’ άφεση της χάρης του Κυρίου..!
Γονείς …μα και τ ’αδέρφια σου..Μάνος..Κωστής...Μαρία
Ευχόμαστε στον Γιάννη μας η μνήμη αιωνία..!!!!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...