Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Ο Δρόμος της Λαγκάδας...Αποσελέμη...Ποταμιές...Σφεντύλι...Αβδού...Γωνιές...Μοχός...το 1926

Η Βουνοκορφή της Σελένας...Καρφί..φυσικό οριοσύνορο Νομού Ηρακλείου-Λασηθίου...διακρίνεται το Κράσι και η Κερά...

“Θνήσκει σιγαθέν καλόν έργον”

Ο δρόμος από τον Αποσελέμη μέχρι το Αβδού


Του κ. Στέλιου Βασιλάκη Φιλολόγου τέως Λυκειάρχη Λυκείου “Ο Κοραής”


25 Ιουνίου 1926, εορτή της Αγίας Αννας, Απόμακρη μνήμη! Εντονα ευχάριστη όμως τόσο, όσο και τα χρόνια της.
Το Ακαδημαϊκό έτος, έτσι ελέγετο τότε το Πανεπιστημιακό, είχε τελειώσει με επιτυχία. Στόχος μας από την αρχή του, στις εξετάσεις του Ιουνίου να έχουμε περάσει όλα τα εξεταστέα μαθήματα και να έχουμε έτσι ένα ξέγνοιαστο διασκεδαστικό καλοκαίρι.
Αλλά και λόγοι προνοίας επέβαλαν το επίτευγμα αυτό. Εξεταστικάς περιόδους είχαμε δυο, του Ιουνίου και του Σεπτεμβρίου. Από την εξεταστικήν περίοδο του Ιουνίου εδικαιούσο μόνο τρια μαθήματα να αφήσεις δια τον Σεπτέμβριον. Το τέταρτο σε απέρριπτε. Εάν δια πρώτην φοράν προσήρχεσο εις την εξέταση του Σεπτεμβρίου, έπρεπε να περάσεις εις όλα τα μαθήματα. Τρίτη εξεταστική περίοδος δεν υπήρχε.
Και εκείνη τη φοιτητική χρονιά, την δεύτερη, οι τρεις της παρέας, οι δυο άλλοι, ο Μηνάς και ο Νικόδημος, κατέβαιναν στην γενέτειρα, ξέγνοιαστοι από εξεταστικές σκοτούρες.
Στο νου και στην ψυχή τους εκυριάρχουν οι παραθεριστικοί σχεδιασμοί με την αναμενόμενη να έλθει παρέα, την τρελοπαρέα όπως ονοματίσθηκε. Τότε, όλοι οι παραθερίζοντες στον ίδιο τόπο ζούσαν ως μια οικογένεια. Και ήταν πολυάριθμη, τριακονταμελής και πλέον. Αβδιώτικες οκογένεις μαζί και με φιλικές - συγγενικές, που διαβιούσαν άλλες στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, οι Νταφώτηδες, με τον φιλόλογον καθηγητήν του Λυκείου “Ο Κοραής” Ν. Χρυσόν, άλλες στην Αθήνα, άλλες οι Κοκικινάκηδες, Γιουβιανάκηδες, Μανουσάκηδες, στο Ηράκλειο, οι Κοκκινάκηδες, με φιλοξενούμενή τους την Ναυσικά Ασαργιωτάκη, σήμερα κ. Ξηρουδάκη, οι Φιοράκηδες, Βασιλάκηδες ήρχοντο προς παραθερισμόν. Η παραθεριστική προτίμηση τότε ήτο προς το εσωτερικό και όχι προς τη θάλασσα, την οποίαν και οι εκεί διαβιούντες εγκατέλειπαν το καλοκαίρι, οδεύοντες προς την ενδοχώρα.
Και η περιοχή μας επροτιμάτο με επικεφαλής το Κράσι. Στον χιλιόχρονο ιστορικό πλάτανό του η παρουσία του Νίκου Καζαντζάκη, της Γαλάτειας, της Ελλης Αλεξίου, του Αυγέρη και άλλων πνευματικών ανθρώπων, μελών της παρέας τους, τον έκαναν ακόμα ιστορικότερον.
Μεγάλες εορτές - πανηγύρια, της Παντάνασσας στις 15 Αυγούστου, του Αγίου Ιωάννου στη Λούτρα προς τα Μοχιανά, ή στο Οροπέδιο Λασιθίου στις 29 Αυγούστου, της Παναγίας στις 8 Σεπτεμβρίου, στη γειτονική Κερά με την ιστορική Μονή. Το γραφικότερο τοπίο της περιοχής - όσοι πηγαίνετε στο Οροπέδιο σταματήστε εκεί ψηλά στο Μηνυτή και χαρείτε - το εποίκιλε τον παραθερισμόν.
Και πως να μην θυμάσαι την συντροφιά της τρελοπαρέας των είκοσι χρόνων. Κάθε βράδυ συγκεντρωνόμαστε στα αλώνια του χωριού, τα χοροδιδασκαλεία μας, που ήσαν πολλά και όλα στη νότια περιοχή του χωριού. Εκεί τραγούδια και χοροί, εκεί παιχνίδια, ανέκδοτα και ευτράπελες ιστορίες. Εκεί νεανικά όνειρα και στόχοι. Εκεί σκιρτήματα καρδιάς, που κατέγραφαν στις παρέες τα όσα το στόμα δεν τολμούσε, εδείλιαζε να εκστομίσει.
Καμιά φορά στις φεγγαρόλουστες βραδιές, σκαρφαλώναμε στην Κεφάλα, υψηλή λοφώδη αλλά και βραχώδη περιοχή, προς επίσκεψη του παππικού Αμυγδαλεώνα. Μαγευτική η θέα από εκεί της Αβγιώτικης κοιλάδας, φωτιζόμενης από το υποβλητικό χλωμό φως του φεγγαριού.
Και όλα αυτά, γράμματα μνημόσυνα λήθης, που ελάχιστα ακόμα πρόσωπα μπορούν να γράψουν, ανάμεσα στα οποία η Ναυσικά, ο Μηνάς, ο Νικόδημος, και ίσως και η Ελευθερία Πετράκη - Τρικουράκη.
Εκείνη τη χρονιά το χωριό επήρε την μεγάλη, την ιστορική απόφαση: Την διάνοιξη και κατασκευή αμαξιτής οδού είκοσι χιλιομέτρων και να συνδεθεί με την κεντρική αρτηρία, 400 μέτρα ανατολικώτερα της γέφυρας του Αποσελέμη, εκεί που υπάρχει σήμερα μια τσιμεντένια τοιχοδομή, δεξιά των ανερχομένων. Το Αβδού ευρίσκετο τότε εις ακμήν πληθυσμιακήν, οικονομικήν, κοινωνικήν, εμπορικήν, πνευματικήν. Ητο το κέντρο του μεγαλύτερου και πλουσιώτερου τμήματος του τέως Δήμου Λαγκάδος. Ητο όμως απομεμονωμένον από την πρωτεύουσά του, το Ηράκλειον, η μετά του οποίου επικοινωνία δι’ αυτοκινήτου εγίνετο μέσω Καστελίου Πεδιάδος. Αλλά δια να φθάσεις εις την αυτοκινητικήν αφετηρίαν, έπρεπε να οδοιπορήσεις επί τρίωρον και πλέον εις δρόμον ανώμαλον, με συνεχή υψηλότατον ανήφορον αρχικώς και απότομον κατήφορον έπειτα. Η Χερσόνησος δεν προσεφέρετο, αφού έφθανες εις αυτήν μετά τετράωρον πορείαν, ούτε υπήρχε αυτοκινητική αφετηρία. Ητο ένας συνήθης όρμος, εις τον οποίον κατά διαστήματα και ιδίως το καλοκαίρι, προσήγγιζον ιστιοφόρα δια να φορτώσουν τα προϊόντα της περιοχής, κίτρα, λάδι, χαρούπια και ήτο το αποκλειστικό λιμάνι επικοινωνίας με τη θάλασσα της Βορείου και Νοτίου Πεδιάδος.
Η άρχουσα τάξη του χωριού, συχνά συνεσκέπτετο δια το θέμα αυτό και τελικά πήρε την απόφαση διά ιδίων δυνάμεων και μέσων να εκτελέσει το έργον. Εζήτησε την συνεργασίαν και των δυο άλλων χωριών - Γωνιών και Ποταμιών.
Οι Γωνιές ακολουθούσαν τότε το Αβδού και εκθύμως εβοήθησαν, οι Ποταμιές όμως, απησχολημένες με το μέγα θέμα της απαλλοτρίωσης της Αγιοταφίτικης περιουσίας, δεν προθυμοποιήθηκαν.
Ετσι, το μέγα αυτό έργο ουσιαστικά ανέλαβε το εργατικό δυναμικό, και ήτο πολυπληθές και πρόθυμο, του Αβδού.
Κατά τις εργασίες ηκολούθησαν τον κατά μήκος της όχθης του ποταμού υπάρχοντα αγροτικό δρόμον και καθώς το έδαφος ήτο πεδινόν σύντομα έφθασαν προ των Ποταμιών, όπου το Νεκροταφείον των. Ενα τμήμα αυτού, που εφήπτετο της όχθης του ποταμού, έπρεπε να δοθεί. Δεν ήτο εύκολος η προσφορά των τάφων των πατέρων τους. Και καθώς οι δεύτερες σκέψεις είναι σοφώτερες, έγινε η παραχώρηση και οι εργασίες επροχώρησαν μέχρι τις Ξεροκαμάρες. Οταν κατασκευάσθησαν, στα 96-192μ.Χ. επί των Αντωνίνων Αυτοκρατόρων, ήσαν Νεροκαμάρες. Της υδατογέφυρας, της οποίας ο υδαταγωγός άρχιζε από την αγροτική περιοχή Κουτσουνάρα του Καλού Χωριού Πεδιάδος και κατέληγε στην ακμάζουσα τότε Χερσόνησον. Τώρα σώζονται λείψανα αυτής.
Γεωμορφολογικά και εδαφολογικά οι έως εκεί περιοχές διελεύσεως του δρόμου (Αβδού - Ξεροκαμάρες) είναι ομαλές και οι δυσκολίες που αντιμετώπισε η κατασκευή του έργου, εξεπεράσθησαν εύκολα. Οι δυσκολίες άρχιζαν από εδώ και πέρα, αφού ένα τμήμα, περίπου πέντε χιλιομέτρων, ήτο ημιβραχώδες με ανωφέρειες και κατωφέρειες. Στην ημιβραχώδη περιοχή Πρινολάγκαδο - Αγριανά ηργάζοντο οι χωριανοί, όταν εμείς αποβιβαζόμεθα εις το Ηράκλειο. Πρώτος σταθμός το Βιβλιοπωλείο Ι. Κοκκινάκη στην πλατεία Νικηφόρου Φωκά, όπου σήμερα το κατάστημα “Ιδιότροπο”, του πατέρα του Μελέτη, του αξέχαστου, μειλίχιου και ευγενικού Μελέτη. Επρεπε να μας δώσει χρήματα για το εισιτήριο προς το Καστέλι και από εκεί οδικώς στο χωριό. Το μηδαμινό χρηματικό ποσό που κρατούσαμε, το διαθέσαμε για βαρκιάτικα, το πλοίο αγκυροβολούσε πολύ μακριά από το μόνο υπάρχον τότε ενετικό λιμάνι και στο κάρο που μετέφερε τις αποσκευές μας.
Μας υπεδέχθη, όπως πάντοτε, πατρικά και είπε στον παραγιό του Χριστόφορο να μας κεράσει μπουγάτσα στο διπλανό μπουγατσατζίδικο, όπου σήμερα το κατάστημα, Διάδοχοι Δαμιανάκη. Και ο Χριστόφορος διέταξε διπλή μερίδα για τον καθένα μας. Ετσι, η τριανταεξάωρη - τόση ώρα διαρκούσε τότε το ταξίδι - ταξιδιωτική πείνα - το αστραγάλι, το παξιμάδι, ήτο το μόνο μας ταξιδιωτικό σιτηρέσιο, - κάπως ημέρευσε.
Και πριν προλάβουμε να προβάλουμε το αίτημά μας, ακούμε: “Εφέτος δεν θα πάτε στο χωριό, μέσω Καστελίου, αλλά από τον Αποσελέμη. Εκεί δουλεύουν οι χωρικοί κατασκευάζοντες αμαξιτό δρόμο και εμείς, οι εδώ χωριανοί, προσφέρομεν την τροφοδοσίαν των. Στις 5 το απόγευμα, ο Παπαγιάννης αναχωρεί για τα Αγριανά - Πρινολάγκαδο και να είσθε έτοιμοι”.
Καθισμένοι τώρα δίπλα στο σωφέρ εγώ και ο Μηνάς (ο Νικόδημος επροτίμησε να πάει στο Γαλατά Πεδιάδος, όπου είχε αδελφή παντρεμένη) φθάνουμε στο εργοτάξιο με το ηλιοβασίλεμα. Οι εκεί εργαζόμενοι χωριανοί υποδέχονται εγκάρδια εμάς, που σπουδάζουμε στην Αθήνα, και εμείς χαιρόμαστε αυτούς και το έργο τους. Από το χαρτζιλίκι, που μας έδωσε ο θείος Κοκκινάκης, πήραμε τσιγάρα και αλμυρά στραγάλια, επιθυμητός και παρορμητικός μεζές της ρακής, που άφθονη υπήρχε στους τριχοντρουβάδες τους (κατασκευάζοντο από τρίχα αίγας διαστάσεων 0,60Χ0,30 και τους εκρεμούσαν στον ώμο, όπως σήμερα τις γυναικείες τσάντες). Ενύκτωνε πια και έπρεπε να φύγουμε. Ο θείος μου Ν. Παπαδογιάννης - Μπογιατζής, έτσι τον έβρισκες, αφού το επάγγελμά του ήταν βαφεύς της κυριαρχούσης τότε κρητικής βράκας, μου έδωσε το ζώο του και την πληροφορία, ότι θα συναντηθώ στο δρόμο με τον πατέρα μου, που έρχεται για τη νέα βάρδια. Πράγματι συναντηθήκαμε. Οι σύντροφοί του τον προέτρεπαν να επιστρέψει μαζί του και αυτοί θα τον αντικαθιστούσαν στη δουλειά, μα ο πατέρας αρνήθηκε, “έχω καιρό, είπε, να είμαι συντροφιά με το γιο μου, ένα ολόκληρο καλοκαίρι” και εσυνέχισε το δρόμο του.
Υστερα από λίγες ημέρες πήγα και εγώ απασχοληθείς σε βοηθητικές εργασίες. Την χάραξη του δρόμου είχε αναλάβει ο Ιωάννης παπά Γεωργίου Γουβιανάκης, ξυλουργός το επάγγελμα. Στους Βαλκανικούς πολέμους και στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο υπηρέτησε στο Μηχανικό και η εμπειρία του ήτο λυσιτελής εις τον οδοποιητικήν εξόρμηση των χωριανών. Κοντά στις άλλες δυσκολίες, και η προμήθεια νερού πόσιμου και μη. Η Χερσόνησος εστερείτο νερού.
Το μοναδικό πηγάδι εις την πλατεία του Μεγάλου Χωριού της Χερσονήσου εκλειδώνετο και προς το βράδυ άνοιγε δια να πάρουν μόνο οι χωριανοί από ένα κουβά. Ετσι οργανώθηκε υπηρεσία υδατοπρομήθειας από Ποταμιές - Αβδού και αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά η λειψυδρία. Ο πόθος να έλθει αυτοκίνητο στο χωριό, η αυθόρμητη προσφορά εργασίας, το κέφι για τη δουλειά αυτή, έφεραν πέρα από κάθε πρόβλεψη το τέλος. Και την ημέρα της Παναγίας του Δεκαπενταύγουστου, μαζί με την εορτή της, εόρτασαν και τα εγκαίνια της αμαξιτής οδού Αβδού - Αποσελέμη: Ο θριαμβευτής στρατηγός με το αυτοκίνητο εισήρχετο τροπαιούχος εις την πλατεία του χωριού, στην είσοδο του οποίου είχαν σταθεί εκατέρωθεν δυο ξύλινοι στύλοι επενδυμένοι με μυρτιές και δάφνες και στο κατάστρωμα του δρόμου είχαν στρωθεί πατανίες.
Ο ιδιοκτήτης και σωφέρ εφιλοδωρήθηκε πλουσιοπάροχα. Το χωριό εόρτασε την νίκη σύσσωμο με γεύμα που δόθηκε κάτω από τον παχύσκιο χώρο του μεγάλου πλατάνου, μεγαλύτερου και από εκείνο στο Κράσι, στην Εξηγκού. Δυστυχώς το αιωνόβιο αυτό δέντρο, που και αυτός ο Γερμανός κατακτητής εσεβάσθη, εν αντιθέσει με τους γύρω του, οι περί αυτόν ιδιοκτήτες, δια να εξοικονομήσουν 6 τ.μ. γη έκαστος, στο άψε σβήσε “εδολοφόνησαν”. Και το λυπηρόν, ο χώρος που έδωσε με την ζωή του το παχύκορμο υψηκάρηνο, υψηλόκλωνο δέντρο, με την εγκατάλειψη την γενική του αγρού, γέμει από βάτους που ξεφυτρώνουν, κυριαρχούν και βασιλεύουν στην εγκατάλειψη. Την επομένην αποφασίζεται από τον δρόμο Κουκουνάρα - Ανεφάρματα να επιχειρηθεί το αυτοκίνητο, το ίδιο, να φθάσει στο Μοχό. Επροπορεύετο πολυπληθές συνεργείο με σκαπέτια και κασμάδες, έπειτα το αυτοκίνητο και πίσω άλλη ομάδα και το αυτοκίνητο σχεδόν σηκωτό έφθασε στη Γιέχερη.
Από κει και πέρα, το αυτοκίνητο επροχωρούσε κανονικά, αφού ο χώρος ήταν πεδινός. Η προσπάθεια απέβλεπε να παρακινηθούν οι Μοχιανοί να διανοίξουν δρόμον, αλλά, παρά την υπόσχεση των Αβδιωτών να τους βοηθήσουν, δεν εκινήθηκαν. Η Σταλίδα ήταν ο στόχος τους. Απλώς πρωτοστατούντος του θείου διδασκάλου, λαμπρού και φωτισμένου δια την εποχή του, Δημητρίου Καπετανάκη, εφιλοδωρήθη ο σωφέρ και εδεξιώθησαν την επιτροπήν.
Εκτοτε, στη Μουρνιά - σήμερα Πλάτανος - έγινε ο σταθμός του αυτοκινήτου.
Οι χωριανοί εμαζεύοντο εκεί την ώρα αφίξεως και αναχωρήσεως και απελάμβαναν το θέαμα, έργον των χειρών των. Τώρα, σε τρεις ώρες έφθαναν στο Ηράκλειο, όταν άλλοτε εχρειάζοντο δώδεκα ώρες. Και το αυτοκίνητο, φορτηγό, όταν είχε επιβάτες, ετοποθετούσε ξύλινα σανίδια κατά πλάτος, πίσω από το κάθισμα του σωφέρ.
Ο άλλος χώρος, δια τα παντός είδους προϊόντα και ζώα και ουδεμία διαμαρτυρία δια τούτο. Με ένα τέτοιο αυτοκίνητο αναχωρήσαμε αργότερα δια την Αθήνα, ευχαριστημένοι και υπερήφανοι, δια το επίτευγμα των πατέρων μας, του χωριού μας!
Ημερομηνία δημοσίευσης:
21/4/2003

Το Χωριό Αβδού στην Λαγκάδα..


Το Χωριό Γωνιές της Λαγκάδας...
Ο Μοχιανός Κάμπος στην Μάχα...
Η Περιοχή της Λαγκάδας όπως διαμορφώνεται σήμερα για να γίνει το Φράγμα του Αποσελέμη...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...