Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Τα Γράμματα της Ξενητιάς..!!!



ΞΕΝΗΤΕΜΟΣ

Η ξενητιά κι’ ο θάνατος, είναι το ίδιο πράμα
γιατί ποτίζει τσι ψυχές, των ζωντανών με κλάμα
Και το γνωρίζουνε καλά, όσοι αναγκαστήκαν
μέλη της οικογένειας και αποχωριστήκαν
Η φτώχια τους ανάγκασε να απομακρυνθούνε
σε ξένους τόπους και δουλειά να ψάξουνε να βρούνε..
Το κράτος το τρισάθλιο απού υπήρχε τότες
το κυβερνούσανε δειλοί, ρουφιάνοι και προδότες
Που αιματοκυλιούσανε την χώρα κάθε τόσο
κι’ όσοι μπορούσαν λέγανε, να φύγω να γλυτώσω.!
…Κι’ έβλεπες μόνο καραβιές, να κουβαλούν ανθρώπους
σ’ άγνωστα μέρη και μακρά, στης ξενητιάς τους τόπους
Όλοι μισεύγαν με βαριά καρδιά και πικραμένοι
σ’ αυτό τον τόπο μιά ζωή, θα ήταν δικασμένοι
Γι’ αυτό κι’ αποτολμούσανε, να φύγουν ν’ αλαργώσουν
Κι’ άς βλέπανε ότι γονείς κι’ αδέρφια θα πληγώσουν.!!
Ευχή Γονέων παίρνανε, με μάτια δακρυσμένα
και με προστάτη τον Θεό, μισεύγαν για τα ξένα…
Του κάθ’ ενός το τυχερό κιανείς δεν το κατέχει
ούτε η μοίρα του φτωχού, γραμμένο τι του έχει
Και ανε θέλει ο Θεός κι’ η τύχη αν συνδράμει
μέρες καλύτερες θα ῤθούν, σ’ όποιον κουράγιο κάνει
Κι’ αυτό καλά κατέχουν ‘ντο, εκείνοι που ‘πομένουν
ξοπίσω και του γυρισμού, την μέρα ανημένουν.!!
…Ο ταχυδρόμος του σπιτιού την πόρτα σαν χτυπούσε
και βλέπανε στα χέρια ‘ντου γράμμα ότι κρατούσε
Τον άνθρωπό τους φέρνανε, στην σκέψη ‘ντους ντελόγω
κι’ ευχαριστούσαν τον Θεό και τον μανταντοφόρο
Ως και να μη νε ‘ξέρανε, γράμματα να διαβάζουν
μόνο που βλέπουν την γραφή, τα μάτια τους σταλάζουν
Δάκρυα πόνου και χαράς, που δεν τα ξεχωρίζαν
όσο μιά - μιά εις το χαρτί τσι λέξεις συλλαβίζαν..
‘’..Είμαι καλά Αγαπητοί..’’αυτό τους φτάνει μόνο
χαρούμενοι να αιστανθούν, να κρύψουνε τον πόνο
Τα άλλα λεπτομέρειες, είναι μα προσπαθούνε
να τα κατανοήσουνε και νοερώς να ῤθούνε
Στον τόπο τσι διαμονής, στον χώρο τσ’ εργασίας
κι’ ας είναι δευτερεύουσας, για ‘κείνους σημασίας.!
Εις την υποσημείωση, στο τέλος προχωρούνε
γιατί εκεί τραγουδιστά, νούς και καρδιά μιλούνε
Με δίστιχα και  με ευχές, εκλείνανε το γράμμα
κι’ όλα τα συναισθήματα εκφράζανε συνάμα
Με την αγάπη τσι καρδιάς, του νού να υπερέχει
αυτή ελπίδα και χαρά του δίνει για ν’ αντέχει
τα βάσανα τσι ξενητιάς, και τ’ έγνοιες απου έχει…!!!
……Αυτά που εσυμβαίνανε τα μαύρα χρόνια ‘κείνα
που τους ανθρώπους μάστιζε, η φτώχια και η πείνα
Τα ξαναζούμε σήμερα, απ’ τους εθνοπροδότες
απο τις ίδιες φαμελιές, που κυβερνούσαν τότες
Είναι εγγόνια και παιδιά, των Γερμανοτσολιάδων
μαμούχαλα νέας γενιάς, ανθρωποκερατάδων
Φαίνεται μες τις φλέβες τους κυλάει ξένο αίμα
Τουρκοσποράς κατάλοιπα, σόγια μπασταρδεμένα
Που εκτελούν διαταγές, των Ευρωνταβατζήδων
των τραπεζοσιωνιστών και κλεφτοπαπατζήδων
Που με χαράτσια αβάσταχτα, τον κόσμο ξεζουμίζουν
σε μαύρες μέρες κατοχής, μας σε ξαναγυρίζουν
Το βιός αρπάζουν των φτωχών, την χώρα ξεπουλούνε
και εντολές αδίσταχτων, φονιάδων εκτελούνε…
Η φτώχια στην απόγνωση, τον κόσμο ξαναφέρνει
και το στρατί τσι ξενητιάς, από ξαρχής διαβαίνει
σπίτια και οικογένειες, διαλιούνε οι κουρσάροι
το ποιό μακρύ ‘ντους άντερο, ο διάολος να πάρει
Να το τυλίξει στον λαιμό, γαρδούμια να τσι κάνει
πατσάδες και βρωμοκοιλιές, αλητοτσαρλατάνοι
Απου κατεδαφίσατε τα πάντα εις την χώρα
που καταδυναστεύεται, έναν αιώνα τώρα
απο τις ίδιες φαμελιές κι’ από τα ίδια σόγια
κλέφτες, διαπλεκώμενοι, προδότες και λαμόγια…!!!!!!
                           Γιάννης Διαμαντάκης….8 Νοεμβρίου 2013




Αλεξάνδρεια Αιγύπτου…24 Μαρτίου 1949
Ο  Ζαχαρίας Σησσαμάκης  γράφει στον αδερφό ντου Γιώργη Σησσαμάκη [Σκοτεινιανό] και ζητάει πληροφορίες για τον άλλο τους αδερφό τον Σταύρο Σησσαμάκη, ο οποίος πριν εικοσιπενταετίας βρισκόταν μαζί του στην Αίγυπτο και κατάφερε να τον πείσει να του κάνει πληρεξούσιο για να καλιεργεί το μερίδιο της περιουσίας του, αλλά αυτός τον εξαπάτησε και ιδιοποιήθηκε το μοιράσι ντου και το πούλησε…αν και είχε ορίσει δικηγόρο μέσω τραπέζης να τον κυνηγήσει δικαστικά του έστειλε επιστολή να παρετηθεί χάριν των παιδιών του, να μη τους καταστρέψει…ζητάει να μάθει νέα τους και τους κοινωποιεί την νέα του διεύθυνση..;[ Ανέστης Καστελλιανάκης οδός Κοπτικής Εκκλησίας αριθμός 20 Αλεξάνδρεια Αιγύπτου..]




Εν Μοχώ τη 15 Ιουνίου 1913
Κάποιος Νικόλαος  Παναγιωτάκης γράφει εις τον κουνιάδο του Γεώργιο Σισαμάκη [Σκοτεινιανό]…..
…με μεγάλην οικονομίαν περνούμε..το γαλανόν πρόβατο και το μικρό επωλήσαμε 60 δραχμές και εξεκαίρισαν τα παιδιά μας έως τώρα, διότι τα εισοδήματα είναι ολίγα…εκτίσαμε και την αυλόπορτα καθώς μας έγραψες, αλλά δεν έχουμε λεφτά να την πορτόσουμε….γνώριζε ότι ελάβαμε 50 δραχμές τας οποίας μας έστειλες….το Καλιό επροβιβάστηκε με καλό βαθμό [η Καλιόπη του Πρίτσιπα ] και το Μαριώ [του Κουτσογιάννη ] εργάζεται ταχτικά με την μητέρα του ….αλλα είναι ορφανά…γνώριζε ότι το χωράφι μας στην Χώρα  ήβγαλε 10,70 οκάδες κριθάρι και εμείς είμεθα περίλυποι εδώ…τα εισοδήματα του τόπου μας είναι ολίγα προπάντως χαρούπι και κρασί…διά τον πόλεμον δεν γνωρίζουμε ακόμα τα αποτελέσματα…το πουλάρι μας είναι τώρα μεγάλο σαν στρωσάρικο…άλλα δεν έχω να σας γράψω….
….κάποιος ανηψιός του Μανώλης Παναγιωτάκης τον ρωτάει στο υστερόγραφο εάν γνωρίζει κάτι για τον θείο του τον Γιάννη διότι έχουν ένα χρόνο να λάβουν γράμμα του….





Εν Μοχώ τη 1η Σεπτεμβρίου 1913
[ Η  Μαρία Φανουράκη  γράφει στον Πατέρα της ] ….όταν τρυγίσωμεν τις μέλισσες και πάμε το μέλι στο Ηράκλειο, θα πάρωμεν και το πάχτος του χωράφου….για την ορνιάν που μας γράφεις πήγαμε τον Φρουδάρο και την εκέντρισε…και όταν εκατεβήκαμε αποκάτω στον δέτη και είδων την ελιά την κεντράδα, που είναι στην αμπουρνελιά αποκάτω ξεσβωλομένη και είχαν και την φλούδα βγαλμένη, επήεν τον στημαδόρο και την ήβγαλε 3 δραχμές και 1 δεκάρα πρόστιμο και μας επόδειξεν ο ντραγάτης του Αντρέα ο Μανώλης και ήλθεν η Καλή και εκλαίγουντο και της τα εχάρησεν…μάθε δε ότι ο Σκαλανιώτης δεν έσπειρε τον κήπον και ερήμαξε και ετάησαν τα κλήματα και τας λεμονιάς και εμάδησαν και τας αμυγδαλιάς και μας δείχνει ο ντραγάτης τον Σκαλανιώτη και την Καρντάχενα…μάθε δε ότι η νοτιά όπου σου γράφω πώς εκατάστεψε τας μέλισσας εγίνηκε και έπαδά και εκατάστρεψε τα αμπέλια και εβγάλαμε 10 σταμνιά κρασί…μάθε δε ότι οι ελιές σου στο Σφεντύλι  δεν είναι καλύτερες διότι δεν τις καλουργήσαμε στην ώρα τους…τσι καλούργησε ο Σφεντυλιανός και θα τσι σπύρωμεν του χρόνου λουμπούνια…μάθε δε ότι τα λεφτά που στέλνεις, είναι καλύτερα να μη τα στέλνεις, διότι μας βάνουν και κάνωμεν στραθιές στην Χερσόνησο και κάνωμε συμβόλαιο και παίρνουν τα μισά…μάθε δε ότι το Καλιό είναι πολύ άταχτο και προχθές είπεξε του Νικολή του Καλιού στην κεφαλή και το πήγανε στου ιατρού….
[Υστερόγραφον]
…γνώριζε αγαπητέ μου Πατέρα ότι εχθές βράδυ ήρθε εδώ ο Μαρκάκης από το Σκοτεινό…και τον ρωτήξαμε πώς πηγαίνουν οι μέλισσες και μας είπε ότι φοβάται την θανάτωσήν τως εντελώς, ένεκεν πλήθος ζυνοσβούρων…ταύτην την ώραν καθ’ήν σας γράφω, βρίσκεται εδώ η Μαρία Παπουτσάκη αδελφή του Ζαχαρία, εξ’ ής έχεται πολλούς χαιρετισμούς….



Εν Μοχώ τη 23 Φεβρουαρίου 1914
Αγαπητέ Πατέρα σε χαιρετώ..μάθε ότι ελάβαμεν από τον θείον μου τον Σταύρον [αδερφός του Σκοτεινιανού] 2 βραχιόλια και 15 πήχες σαντί και 6 πήχες τσι μάνας μου…και μάθε ότι το ιατρικόν της κάνει καλητά, μόνο όταν έλθεις να βαστάς πάλι ένα μπουκαλάκι…και μας επαράγγειλεν και 2 ζεύγη στιβάνια στου Νουρί….
Παρηγοριά χρειάζεται σε τούτα τα συμβάντα
μήπως θαρρείς κι’ο χωρισμός, θα είναι διά πάντα
Παρηγοριά ‘χει ο θάνατος κι’η φούρκα ελεημοσύνη
κι’αζωντανός ξεχωρισμός, δεν έχει μερωσύνη
Αναστενάζω κι’ο καπνός στον ουρανό ανεβαίνει
κι’αέρας το νε διασκορπά και τα δεντρά μαραίνει
πώς είμαθες στην ξενητιά, πώς στρώνεις πώς κοιμάσαι
Πατέρα μου και πώς περνάς και δεν μας σε θυμάσαι
Άχι και δεν το νε βαστώ Πατέρα τον καυμό σου
Και δεν μπορώ να διηγηθώ τον αποχωρισμό σου..
..Σας ασπάζωμαι η κόρη σας Μαρία Γ. Φανουράκη..
….Αγαπητέ Πατέρα σε χαιρετώ η κόρη σου Καλιόπη Γ. Φανουράκη…


Εν Μοχώ τη 23 Φεβρουρίου 1914
Ο Εμμανουήλ Παναγιωτάκης γράφει εις τον θείον του Γεώργιο Σισαμάκη [Σκοτεινιανό]…
….γνώριζε δε ότι εσυνάξαμεν τας ελαίας, αλλά μετά βασάνων και τας αλέσαμεν 120 μουζούρια….και εκλαδέψαμεν και τας αμπέλους, αλλά τους αγκουτσάκους δεν μας έσαξε να εκεντρίσωμεν αυτούς λόγω του καιρού…επειδή μας έτυχε δυστύχημα τις..εψόφησεν η προβάτα με την αίγα εις την γέννα τους και άφησε ένα αρνίον αρσενικόν και το αναθρέψαμεν με βάσανα…την αίγα δε την αγοράσαμεν από τον Εμμανουήλ Κατεργαράκη..άφηκε 3 ρίφια και επήραμεν μία αίγα από τον Κόσσυφον διά να τα αναθρέψει….
Υστερόγραφον…..Αγαπητέ Κουνιάδο Γεώργιε Σισαμάκη να φροντίσεις γρήγορα να κατέβεις εις τα παιδιά σου να προστατέψεις το σπίτι σου….
Νικόλαος Ε.  Παναγιωτάκης






…το κανονικό επίθετο του Σκοτεινιανού ήταν Φανουράκης Γεώργιος…[αργότερα το άλαξε προφανώς σε Σισαμάκη, όταν είχε έρθει σε διαπληκτισμό με τους Τούρκους στο χωριό του Σκοτεινό Πεδιάδος και αναγκάστηκε να φύγει και να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του στον Μοχό…όπου και παντρεύτηκε την Δέσποινα Παναγιωτάκη      και απέκτησαν δύο κόρες την Μαρία ….σύζυγος αργότερα του ΔιαμαντοΓιάννη..ή Κουτσογιάννη και την Καλιόπη..σύζυγος του Γιάννη του Πρίτσιπα….]…ένα διάστημα είχε πάει στην Αμερική…το 1912…μέχρι το 1915 περίπου όπου βρισκόταν ο αδελφός του Σταύρος και δούλεψαν στην  περιοχή του Χόλιγουντ…τότες που χτιζόταν η Πόλις του σινεμά και των θεαμάτων…..ο άλλος του αδελφός είχε μεταναστεύσει στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου έκανε οικογένεια, αλάζοντας και αυτός το επίθετό του σε Καστελιανάκης….ο Ανέστης Καστελιανάκης που αναφέρεται σε κάποια διεύθυνση είναι γιός του….
Ο Νικόλαος Παναγιωτάκης που αναφέρεται ως κουνιάδος του Σκοτεινιανού είναι αδελφός τσι γυναίκας του καθώς επίσης και κάποιος Γιάννης Παναγιωτάκης..είχε και δυό αδερφές την Σοφία Παναγιωτάκη [του Φρουδάρο την γυναίκα] και την Φιλιά Παναγιωτάκη σύζυγος Παπουτσάκη Μανούσο ….     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...