Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Ξυνόχοντρος

Αποξηραμένος ξυνόχοντρος...απο τα χέρια της  Μαρίνας Διαμαντάκη

Η Αίγα και ο γάδιαρος απο κιανένα σπίτι
δέν είλειπε απ’ το χωριό, σ’ ολόκληρη την Κρήτη.
Το γάδιαρο  κουβαλητή, είχαν στα κτήματά ‘ντους
να μεταφέρουν τσι σοδιές και τα υπάρχοντά ‘ντους
Την αίγα για το γάλα τζης, το χιλιοβλογημένο
απου δέν ήφηκε φτωχό, ποτέ ‘ντου πεινασμένο
Μικιά κοπέλια ανέθρεψε, ώριμους συντηρούσε
αρρώστους κι’ υπερήλικες, αζωντανούς κρατούσε.
Φτιάχνανε βούτηρα, τυριά, μυζήθρες κι’ αθοτύρους
μα πρώτος ο ξυνόχοντρος, σε γεύση και σε φίλους
γιατί μπορούσε κι’ ήμπαινε, μέσα στη κατσαρόλα
μ’ ότι λοής κρεατικό… εταίριαζε με όλα
Παρηγοριά του δουλευτή, ανάσα του ξενύχτη
που μόνος γιά με συντροφιά, εγιάργενε στο σπίτι…!!
Μοιάζει και φαίνεται εύκολη στα λόγια η συνταγή ‘ντου
αλλά στο ψήσιμό ‘θελε κι’ αυτός την προσοχή ‘ντου…..
-Το γάλα που περίσσευγε και δεν καταναλώναν
σε μιά κουρούπα πήλινη, μέσα το συγκεντρώναν
εσυχνοσυμπληρώναν ‘το  και αλατίζανέ ‘ντο
με μιά κουτάλα ξύλινη ανεκατώνανέ ‘ντο
Κάθε κουρούπα είχενε διπλά χείλη σάν  τάφρο
και τα γιομίζανε νερό, αλεύρι, για με άθο
 να μην μπορούν να προσπερνούν μιαρά, και μελιτάκοι
και ένα τούλι βάνανε ‘ποπάνω σαν καπάκι.
Με χημική αντίδραση, σιγά- σιγά αρχίζει
μές τσι κουρούπας την κοιλιά, το γάλα να ξυνίζει
Άμα τη ‘νε θωρούσανε κι’ ήταν γοργογεμάτη
κι’ είχε τη γεύση τη σωστή κι’ ανάλογο αλάτι
σ’ ένα μπουγαδοτσίκαλο,αποξωμαυρισμένο
μα μέσα πεντακάθαρο κι’ ομορφογανωμένο
εχύναν το ξυνόγαλο, άσπρο εις την θωριά ‘ντου
μα όχι τόσο ευχάριστο, από την μυρωδιά ‘ντου.
Στην παραστιά το στένανε, την πετροδουλεμένη
κι’ ένα σιντεροκούλουρο, πανωμεριά τζης μπαίνει
για να πατεί ποιό σταθερά, η μπρουτζινοτσικάλα
να μή γυρίσει και χυθεί το βλογημένο γάλα.
Τη μαυρισμένη μπούκα τζης η παραστιά ανοίγει
κι’ ονοικοκύρης του σπιτιού, ξύλα τη ‘νε ταϊζει.
Άμα δα δούνε την κορφή,πάνω να φουσκαλίσει
πάει να ‘πεί η βράση ‘ντου, πώς έχει ξεκινήσει.!
Ετότες πιάνουν το κουπί το ξεχοντραδισμένο
απού ‘νε για ετσά δουλειές επίτηδες σασμένο.
Ένα πανιέρι έχουνε στσί παραστιάς το πλάϊ
ραποπλεγμένο βγόδομα, που τόλεγαν αξάϊ
τρείς παλαμιές το μπόι του, δυό σπιθαμές στον πάτο
γοργώ μέχρι τα χείλια ‘ντου, το είχανε γεμάτο
με στάρι αλευροσκόνιστο, ψιλό-ψιλό σπασμένο
που τόχαν στο χερόμυλο, οι γ’ίδιοι αλεσμένο.
Ένας γυρίζει το κουπί κι’ ο άλλος ρίχνει στάρι
ίσαμε το ξυνόγαλο, σάρκας μορφή να πάρει.
Ούτε λεφτό δεν σταματά, το γύρνα πάνω κάτω
γιατί σβολιάζει και κολά στου τσικαλιού τον πάτο.
έχει κι’ αυτό το ζόρε ‘ντου, μα και την ξάργητά ‘ντου
αλλά σε δικαιώνουνε τ’ αποτελέσματά ‘ντου
Άμα δά ‘δούν πώς ήβρασε και χείλωσε το μείγμα
ετότες του ξυνόχοντρου του δίνουνε το χρίσμα..
Βγάνουντο ‘πο την παραστιά και αλαργένουνέ ‘ντο
 σε λεκανίδες και ταψιά μέσα φκαιρένουνέ ‘ντο
απί τις δα μεταδιαστεί τ’ αφήνουν να κρυώσει
την άλλη μέρα η κερά, στο δώμα θα τ’ απλώσει..
Στρώνει σεντόνια καθαρά, απάνω σε σανίδια
και με τα ακροδάχτυλα, μοιράζει ‘ντο πιτίδια.
Σβώλους μικιούς, τσι μιάς μπουκιάς, το κάνει και τ’ απλώνει
και με τσι απαλάμες της ισόπαχα το στρώνει..
Του ήλιου είναι ‘δά δουλειά να τ’ αποτελειώσει
με τσι ζεστές ακτίδες του να το αργοστεγνώσει
Γύρισμα κι’ ανεκάτωμα, θέλ’ όμως κάθε μέρα
από τσι οικοδέσποινας, τη χρυσοπλάστρα χέρα
Γυρνά το , αραιώνει το και τρίβγει ‘ντο συγχρόνως
μιάς εβδομάδας λιάσιμο, είν’ αρκετό σαν χρόνος..
Μέσα σε κοκκινόλουρα, σακούλια μεταξένια
σαν τα βουργιάλια ξωμπλιαστά, στον αργαλειό ‘φασμένα
βάζουντο και στην κάμερα, κρεμούντο απ’ το ταβάνι
μιαρό να μη σιμώνει ‘ντου, ποντίκι μη το φτάνει.
Είναι η ποιό υγιεινή, τροφή γι’ ανθρώπου σώμα
γρήγορη, απλή και εύκολη, λύση για τον χειμώνα….!!!!!!!!

                                           Γιάννης Διαμαντάκης...2013

1 σχόλιο:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...