Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ Γεώργιος...[Ζωγράφος...Αγιογράφος ]

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ Γεώργιος
Γεννήθηκε στο Μοχό Ηρακλείου της Κρήτης. Τριών χρονών χάνει τον πατέρα του και στα δώδεκα τη μητέρα του.
1912Φτάνει στο Ηράκλειο για γυμνασιακές σπουδές και παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα αγιογραφίας.
1917Πηγαίνει στην Αθήνα ως φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών στο Πολυτεχνείο, με καθηγητές τους Γερανιώτη, Βικάτο και Γ. Ιακωβίδη. Τα πρώτα τρία χρόνια διδάσκεται και γλυπτική από το Θωμά Θωμόπουλο. Συμφοιτητές του υπήρξαν οι Σπ. Βασιλείου, ο Ηλιάδης, ο Ερ. Λεκκός. Διακόπτει τις σπουδές του για να ακολουθήσει το στρατό στη Μ. Ασία. Η καταστροφή του 1922 το βρίσκει στο Αφιόν Καρά Χισάρ. Αιχμαλωτίζεται. Οι κακουχίες και το ξύλο του αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια μέχρι το τέλος της ζωής του. Η τέχνη του τον έσωσε, ζωγραφίζοντας Τούρκους αξιωματούχους.
1927Αποφοιτά από τη Σχολή Καλών Τεχνών, μετά από επτά χρόνια σπουδών (τότε η φοίτηση περιελάμβανε πέντε χρόνια σχέδιο και δύο χρόνια χρώμα). Παντρεύεται τη Χρυσούλα Σαμαρά και αποκτά μαζί της δύο παιδιά. Εργάζεται στα θέατρα "Κοτοπούλη" και "Μουντιάλ" ως σκηνογράφος.
1934Πεθαίνει η γυναίκα του και φεύγει για τη Ρουμανία προσκεκλημένος από την ελληνική κοινότητα της Κωνστάντζας.
Αγιογραφεί το Ναό της Μεταμόρφωσης του Χριστού και αφήνει επίσης μεγάλο έργο από πίνακες πορτραίτων και γενικότερων συνθέσεων σε ιδιωτικές συλλογές. Επιστρέφει στην Αθήνα και αγιογραφεί την Παναγία στη Μητρόπολη Αμαρουσίου, καθώς και εκκλησίες στα Μέγαρα και στη Μάντρα Αττικής.
1935
Προσκαλείται από τον Ηγούμενο της Μονής της Παναγίας της Βοήθειας στη Χίο για την αγιογράφηση του Ναού. Γνωρίζει την Όλγα Αμπαζή και την παντρεύεται. Αποκτούν δύο παιδιά.
1939
Επιστρέφει στην Αθήνα και αγιογραφεί στο Ναό του Αγ. Ιωάννη (Μητρόπολη Λουτρακίου). Η κατοχή τον βρίσκει στη Χίο, όπου μένει μέχρι το 1974. Δεν υπάρχει εκκλησία που να μην έχει αγιογραφηθεί από τον ίδιο: Μητρόπολη, Ευαγγελίστρια, Ερυθιανή και Άγιος Γεώργιος στο Βροντάδο, Βολισσός, Καρδάμυλα, Οινούσσες, Καρυές, Αγ. Γεώργιος Συκούσης, Αγ. Μηνάς, κ.α.
1974
Εγκαθίσταται στην Αθήνα. Εξακολουθεί να εργάζεται τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Χίο. Είναι εποχή πολύ παραγωγική με αγιογραφίες, κοσμικούς πίνακες και πορτραίτα.
1981
Πεθαίνει η γυναίκα του. Η δουλειά τον απομακρύνει από τον πόνο και τη μοναξιά.
1995
Πεθαίνει στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου.



[...Όπως μας τον περιγράφει ο εγγονός του....]
O Γιώργος Παναγιωτάκης, ο παππούς μου, γεννήθηκε ακριβώς το 1900. Έτσι, μου ήταν πάντα πολύ εύκολο να υπολογίζω την ηλικία του. Το 1912, στα δώδεκά του, έμεινε ορφανός και στα δεκαέξι του το έσκασε από το σπίτι του στην Κρήτη. Αρχικά πήγε εθελοντής στον Πρώτο Παγκόσμιο. Μετά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών για να γίνει ζωγράφος. Ήταν συμφοιτητής και φίλος του Σπύρου Βασιλείου και μαθητής του Ιακωβίδη. Δούλεψε κοντά στον τελευταίο. Κάποια από τα ακριβοπληρωμένα πορτρέτα των αστών της εποχής, που φέρουν την υπογραφή του δασκάλου του, τα είχε στην πραγματικότητα ολοκληρώσει εκείνος. Διέκοψε τις σπουδές του γιατί τον έστειλαν στο πόλεμο της Μικράς Ασίας και τις συνέχισε αμέσως μετά. Ενδιάμεσα, το 1921 στη μάχη του Καλέ Γκρότο, τραυματίστηκε στο κεφάλι. Το επόμενο καλοκαίρι, στην υποχώρηση, πιάστηκε αιχμάλωτος. Η ζωγραφική του έσωσε τη ζωή. Έκανε τα πορτρέτα των Τούρκων στρατιωτικών και χωρικών κι εκείνοι του έδιναν φαγητό. Όταν επέστρεψε αποφάσισε να ασχοληθεί με την αγιογραφία. Δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκος, αλλά ήξερε ότι έτσι θα είχε πάντα δουλειά. Άλλωστε αρκετά πορτρέτα είχε κάνει... Κάποια στιγμή, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ανέλαβε το ναό της Παναγίας στο Μαρούσι. Όταν η δουλειά ολοκληρώθηκε, οι υπεύθυνοι του έκαναν μια πρόταση. Πώς θα του φαινόταν αν, αντί για τα συμφωνηθέντα, του μεταβίβαζαν καμιά δεκαριά στρέμματα πάνω στην οδό Κηφισίας; Ο παππούς μου θεώρησε ότι οι παπάδες πάνε να τον πιάσουν κορόιδο. Πιθανόν να είχε δίκιο. Η Κηφισίας ήταν τότε ένας έρημος χωματόδρομος. «Εκεί πέρα μόνο λύκους έχει», απάντησε και απαίτησε να πληρωθεί σε δραχμές. Είχε άλλωστε γυναίκα και δύο παιδιά να θρέψει. Η ζωή του συνεχίστηκε. Έμεινε χήρος, παντρεύτηκε ξανά, έκανε άλλα δύο παιδιά... Πήγε για μια δουλειά τη Χίο και ρίζωσε εκεί. Επί Μεταξά είχε τραβήγματα επειδή δεν έστελνε τα παιδιά του στην ΕΟΝ. Στην Κατοχή, στην μεγάλη πείνα που έπεσε στο νησί, η τέχνη του τον ξελάσπωσε ξανά. Ζωγράφιζε πορτρέτα Γερμανών και ματαιόδοξων μαυραγοριτών με αντάλλαγμα τρόφιμα. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του ανεβασμένος σε μια σκαλωσιά. Περιουσία δεν έκανε ποτέ. Γύρω στο '75 επέστρεψε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε σε ένα ισόγειο δυάρι στο Παγκράτι. Παράλληλα, επέστρεψε και στην «κοσμική» ζωγραφική. Στο μικρό σαλόνι υπήρχε μόνιμα στημένο ένα καβαλέτο με κάποιο μισοτελειωμένο έργο. Ζωγράφιζε με αργές, με υπερβολικά αργές κινήσεις, φορώντας πάντα το κουστούμι του. Δεν λερωνόταν ποτέ -ούτε καν στα χέρια του. Κάπνιζε διαρκώς, με τον τρόπο των παλιών: αρχοντικά, απολαμβάνοντας την κάθε ρουφηξιά. Χαμογελούσε πλατιά, αλλά ήταν κάπως απόμακρος. Του μιλούσα στον πληθυντικό. Το ίδιο και ο πατέρας μου. Στα μέσα της δεκαετίας του '80 αποφάσισε να κάνει το πορτρέτο μου. Μια φορά την εβδομάδα έμπαινε στο τρόλεϊ και ερχόταν στο σπίτι μας. Η μέρα εκείνη ήταν η χειρότερή μου, καθώς έπρεπε να παλουκωθώ σε μια καρέκλα, ασάλευτος για μία ή δύο ώρες τη φορά. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να τον παρατηρώ καθώς ζωγράφιζε. Έτσι, όμως, τον έχω ακόμη αρκετά ζωντανό μπροστά μου. Πέθανε στα εννενήντα πέντε του -το 1995- λίγο καιρό αφότου κατάλαβε ότι το ολοένα και πιο έντονο τρέμουλο στα χέρια του δεν θα του επέτρεπε να ζωγραφίσει άλλο. Εκείνη την εποχή, στην Κηφισίας, τα γυάλινα κτίρια σηκώνονταν το ένα μετά από το άλλο και το όνομα Babis Vovos άστραφτε ήδη μεγαλόπρεπο στον αττικό ουρανό. Περνούσα και έλεγα μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι αν ο παππούς ήταν πιο διορατικός, θα είχα λύσει το οικονομικό μου πρόβλημα. Η είδηση της σύλληψης –και της σύντομης κράτησης- του Μπάμπη Βωβού πυροδότησε διάφορες συζητήσεις. Κάποιοι κατηγόρησαν το κράτος που χρώσταγε στον άνθρωπο και τον οδήγησε στην πτώχευση. Άλλοι μας θύμισαν κάποιες βρώμικες λεπτομέρειες με συντελεστές δόμησης ή μίλησαν για τον βιασμό της αισθητικής μας, που τον δεχόμασταν, αδιαμαρτήρητα επί της ουσίας, τόσα χρόνια. Εμένα πάλι, όλη η ιστορία μου θύμισε τον παππού μου. Ποιος ξέρει... Ίσως κάποιο από τα γυάλινα κτίρια της Κηφισίας, να είναι χτισμένο στο οικόπεδο που εκείνος είχε κάποτε περιφρονήσει.........
 Πηγή: www.lifo.gr





O Γ. Παναγιωτάκης γεννήθηκε το 1900 στον Μοχό Ηρακλείου Κρήτης.
Κατά την περίοδο των Γυμνασιακών σπουδών του Καλλιτέχνη και τα πρώτα μαθήματα μετά-βυζαντινής τέχνης τον βρίσκουν στο μεγάλο κέντρο βυζαντινής εικόνας και τέχνης στο Κάστρο των Κάντια.
Στα δεκαεπτά του χρόνια (1927) φοιτά στη σχολή Καλών Τεχνών που ήταν ενσωματωμένη τότε στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, με καθηγητές τα μεγαλύτερα ονόματα της Σχολής Μονάχου, Λύτρα, Γύζη, Ιακωβίδη κλπ. H φοίτηση διαρκούσε τότε 7 χρόνια εκ των οποίων τα 5 διδασκόταν σχέδιο με κάρβουνο και τα 2 το χρώμα.
Ο Γ. Παναγιωτάκης δε ζωγράφισε ποτέ «φρέσκο» αλλά πάντοτε ελαιογραφίες επάνω στον τοίχο, με προεργασία.
Αρχικά στην αγιογραφία ακολούθησε την αναγεννησιακή τέχνη που ήρθε στο νεοσύστατο Ελληνικό Έθνος με την κάθοδο των Βαυαρών. Πολύ επηρεασμένος από τη ζωγραφική που διδάχθηκε στη σχολή για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ακολουθεί το νεοκλασικό ύφος αλλά με μεγάλη προσοχή στα χρώματα και τις μορφές, που φαίνονται να δείχνουν αρκετά βυζαντινοπρεπείς.
Αργότερα, από το 1964 δουλεύει φορητές εικόνες με την τεχνική της αυγο-τέμπερας πράγμα που τον κάνει να πλησιάσει περισσότερο τις βυζαντινές μορφές και να αλλάξει γενικά το στυλ της δουλειάς του σε ένα πιο τυποποιημένο Βυζαντινό, χωρίς όμως να αποχωριστεί την προσωπική γραφή που τον χαρακτηρίζει μέχρι τέλους.
Εκτός από τις Αγιογραφίες ο Γ. Παναγιωτάκης ασχολήθηκε κατά καιρούς με τοπιογραφία και Πρόσωπα, με ένα δικό του τρόπο, έτσι που τα έργα του να δηλώνουν ξεκάθαρα τις θέσεις του στο χώρο της τέχνης.
Την έκθεση αυτή επιμελήθηκε η κ. Γεωργία Λουκά - Μίτση, καλλιτέχνης - γραφίστρια.
Τη φωτογράφηση έκανε ο Σταμάτης Μεννής. Η παρουσίαση της έκθεσης στα εγκαίνια θα γίνει από την Ιστορικό Τέχνης, Ειρήνη Μίτση.
Με την ευγενική Χορηγία της Ιεράς Μητρόπολης Χίου Ψαρών και Οινουσών, του Δήμου της Χίου και τη στήριξη της Βιβλιοθήκης «Ο Φάρος» Βαρβασίου»


.......Μερικά απο τα Έργα του.!!!!!!

.....Είχα την τύχη να τον γνωρίσω στην Αθήνα το 1990....είχε έρθει στο εργαστήριό μου στους Αμπελοκήπους, μου αφηγήθηκε ιστορίες απο την ζωή του...μου εκδήλωσε την αγάπη του και την νοσταλγία του για την Κρήτη....με ρωτούσε για τους συγγενείς του και για πρόσωπα που θυμόταν απο το χωριό....δέν παρέλειψε βέβαια να μου δώσει τις δικές του συμβουλές σχετικά με την ζωγραφική...και αργότερα τον επισκεπτικα στο σπίτι του στο Παγκράτι και θαύμασα απο κοντά κάποια απο τα έργα .....ήταν ένας πρόσχαρος και χαμογελαστός Άνθρωπος...και ένας θαυμαστός και μεγάλος Καλιτέχνης .....που τιμούσε με την παρουσία του όπου κι'άν βρισκόταν την Γεννέτηρά του...και τα έργα του θα μαρτυρούν εσαεί το μεγαλείο της Κρητικής του Ψυχής..!!!!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...