Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ...ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ...ΣΙΣΑΜΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ..[ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΝΟΣ ]...1873 - 1960



Μέλη της Αντιστασιακής Ομάδας Μοχού...μπροστα στο σπίτι του Αγωνιστή Γιακουμάκη..Λαγούδης Μανώλης…Μηνάς Σαλούστρος…Κριτσώτης Γιατρός Στρατιωτικά…Γεώργιος Σισαμάκης…Σκοτεινιανός…Κάτω.Τάκης Γιατρού…Ο Πατέρας τσι Σοφίας του Ψωμά….Λέαντρος….Γιώργης Σερντάς…Κοσμάς…Λάστιχος…Καζάς με την κόρη ντου Μαρία.
Βιβλιάριο Σύνταξης Αγωνιστού.....[ Ενθύμιον εγγονού του Φρουδαράκη Γιώργη..Νταής]
Ο Σκοτεινιανός σε νεαρή ηλικία [κάτω αριστερα] με άλλους καπετάνιους της περιοχής...[ ο διπλανός του πιθανόν να είναι ο ΜπιτζαροΜιχάλης  απο τον Μοχό]
Η Πολιτεία τότες αναγνωρίζουσα την ενεργό δράση του Αγωνιστή Γεωργίου Σισαμάκη κατά την εισβολή των Γερμανών εις την Κρήτη ..[από την πτώση τους στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου όπου πρωτοστάτησε εις την εξόντωση των αλεξιπτωτιστών, έως και την μετέπειτα συμμετοχή του εις την Αντάρτικη ομάδα της Εθνικής Αντίστασης του Μοχού που έδρασε εις την ευρύτερη περιοχή της Επαρχίας Πεδιάδος από το Ηράκλειο έως τα Ανατολικά σύνορα του Νομού Λασιθίου και από την Βόρεια ακτογραμμή των Γουβών, Χερσονήσου, Σταλίδας και Μιλάτου, έως την ευρύτερη ενδοχώρα πέριξ του αεροδρομίου Καστελίου και του κάμπου της Μεσσαράς ], τίμησε αυτόν με το παράσημο της Ανδρείας και του εδώθει ισόβια σύνταξη από το Κράτος την οποίαν και ελάμβανε από το 1949 έως και το 1960 που απεβίωσε.Επίσης του επέτρεψαν να διατηρεί τα όπλα και τα λάφυρα που είχε στην κατοχή του από τα πεδία των μαχών στην εξέγερση εναντίων των Τούρκων 1895 - 1898  όπου η ενεργός συμμετοχή του ήταν σημαντική, καθώς και τον σύγχρονο εξοπλισμό που είχε μεταφέρει στο χωριό από τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές που είχε θανατώσει, όπως και μέρος των πολεμοφοδίων που ξεφόρτωναν οι συμμαχικές δυνάμεις των Εγγλέζων με καϊκια στα Βόρεια παράλια της περιοχής και διαμοιραζόταν στους Αγωνιστές…Μετά την απελευθέρωση λοιπόν σαν σπουδαίος Οπλαρχηγός είχε το δικαίωμα να κυκλοφορεί αρματωμένος όπου κι’ αν πήγαινε χωρίς να τον ελέγχουν οι Αρχές, προκαλώντας τον θαυμασμό της κορμοστασιάς του, μέχρι την ημέρα του θανάτου του όπου η Αστυνομία πήγε στο σπίτι του και κατάσχεσε ότι υπήρχε…[ Άκουσα από τον πατέρα μου,… εγγονό του Σκοτεινιανού και μικρό παιδί τότες να μου αφηγείται πώς κατάφερε να διασώσει κάποια ενθύμια κρύβοντάς στα παρακείμενα αμπέλια….και ότι το σπίτι φυλασσόταν από την Αστυνομία όπου επι τρείς μέρες φόρτωναν και κουβαλούσαν οι χωροφύλακες οπλισμό στο Ηράκλειο…]

Ο Σκοτεινιανός στο Ηράκλειο..με το καμουτσί στο ένα χέρι και το κεχριμπαρένιο κομπολόι στο άλλο
Ο Σκοτεινιανός με ένα απο τα άλογά του...
Ο Σκοτεινιανός στο Ηράκλειο πάνωπλος το 1950..[ξεχωρίζει στον μπέτη του ο Πολεμικός Σταυρός που του είχε απενεμηθεί με βασιλικό διάταγμα για την προσφορά του στους αγώνες της Πατρίδας..]
Ο Σκοτεινιανός με τον Κουρουπαντώνη [στο κέντρο] σε κάποια εκδήλωση στο Ηράκλειο
Ο Σκοτεινιανός  με το όπλο στο ένα χέρι...και το βαγί στο άλλο
Ο Σκοτεινιανός με τον Κουρουπαντώνη [Λυράρης] στην Αθήνα..[επίσημοι προσκεκλημένοι της Πολιτείας στις εκδηλώσεις που έγιναν στο Παναθηνα'ι'κό στάδιο για την ένωση της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα...]
Σισαμάκη Καλιόπη....Σκοτεινιανός και Παναγιωτάκης Μανώλης Αξιωματικός της Χωροφυλακής συγγενής του Σκοτεινιανού απο την γυναίκα ντου..Παναγιώτηδες..[ που δυστυχώς αυτοκτόνησε πέφτοντας στην Βρόντη στα Αγαδικά πηγάγδια..απο ερωντική κατάθλιψη..]
Σισαμάκη...Διαμαντάκη Μαρία...Κόρη του Σκοτεινιανού
Σισαμάκη...Φρουδαράκη Καλιόπη...Κόρη του Σκοτεινιανού
Το πρώτο μικρόσωμο άλογο που είχε ο Σκοτεινιανός...

Πάππου – προπάππου στέκει η λεβεντιά

κι ορθόκορμη προβάλλει στους αιώνες

περήφανη του Κύρη μου γενιά

βγαλμένη από μάχες και αγώνες.!



Μιά ‘ρματωσιά  Ψυχή, Καρδιά και Νούς

στη Λευτεριά στον Άνθρωπο ταμένα

θαρρώ ακόμα πολεμάνε τους εχθρούς

μέσα ‘πο τη στερνή, δική μου γέννα…!




ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΝΟΥ

Δύο ήταν οι μεγάλες ‘’αγάπες’’ και οι αχώριστοι ‘’φίλοι’’ του Σκοτεινιανού..Το περήφανο μαύρο άλογο που είχε καθώς και τα άρματά του μαζί με τα ιερά χαϊμαλιά [ φυλαχτό ]….δεν τα αποχωριζόταν ποτέ …!

Κυκλοφορούσε πάντα έφιππος στον Μοχό και σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή μέχρι το Ηράκλειο και όλοι τον θαύμαζαν γιατί ξεχώριζε σαν Αγωνιστής και Οπλαρχηγός, αρματωμένος σαν αστακός με τα άσπρα του στιβάνια τα επίσημα γαλάζια χιαλβάρια του το μαύρο κρουσάτο κεφαλομάντηλο και την κόκκινη ολομέταξη ζώνη του όπου και στερέωνε τα μπιστολομάχαιρά του.Η φυσιογνωμία του και η παλικαρίσια κορμοστασιά του παρ’ όλη την ηλικία του δεν περνούσε απαρατήρητη και όσοι τον συναντούσαν τον χειροκροτούσαν θαύμαζαν το παράστημά του φωτογραφιζόταν μαζί του και προσπαθούσαν να του αποσπάσουν λίγα λόγια για τα κατορθώματά του..άγνωστος στο ευρύ κοινό αλλά η όλη του εικόνα μαρτυρούσε την αληθινή παρουσία ενός ηρωϊκού προσώπου που τό ‘λεγε η ψυχή ντου και τό ‘δειχνε το αετίσιο βλέμμα ντου…..

Ήταν μιά ηρωϊκή μορφή για όλους τους Ηρακλειώτες, ένας ατίθασος νούς , ασυμβίβαστος και πολεμοχαρής που απομακρύθηκε από την γεννέτηρά του Σκοτεινό Πεδιάδος  γιατί είχε σηκώσει το δικό ντου μπαϊράκι και δημιουργούσε προβλήματα στους τούρκους της περιοχής και σε μία συμπλοκή είχε φονεύσει ένα τοπικό παράγοντα της Τουρκικής πολιτοφυλακής και ήταν πλέον καταζητούμενος και επικυρηγμένος, γι’ αυτό και αυτοεξορίσθει εις Μοχόν  όπου και παντρεύτηκε μέν αλλά την περισότερη ζωή του την πέρασε πάνω στα βουνά και στα πεδία των μαχών..!!!!!!Λέγετε δε ότι μετα την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους έφιππος γυρνούσε στο Ηράκλειο πάντα αρματωμένος και πολλοί τον θυμούνται να σκύβει πάνω στο άλογό του και αυτό σχεδόν γονατιστό έμπαινε στις Δημόσιες υπηρεσίες , στα καταστήματα και τα καφενεία της Πόλης όπου τον καλούσαν για να τον κεράσουν ή να θαυμάσουν την όλη του μεγαλοπρέπεια σαν Αγωνιστή και Περήφανο Οπλαρχηγό……..

Τα δε αγαπημένα του όπλα και ιερά  χαϊμαλιά δεν τα έβγαζε ποτέ από το κορμί του, μόνο όταν κοιμόταν και τα έβαζε κάτω από το μαξιλάρι του για να έχει την έγνοια τους…Ήταν ένα αυθεντικό σφυρήλατο  Κρητικό μαχαίρι με κοκάλινη λαβή και ασημένιο ανάγλυφο φουκάρι, ένα περίστροφο μύλου και ένα πλακέ Γερμανικό μπιστόλι..Τρία – τέσσερα δίκοπα μαχαίρια με περίτεχνες χειρολαβές από ευγενή μέταλλα και μικρούς ενσωματωμένους πολύτιμους λίθους ,ένα αμφίστομο ξιφίδιο μιάς σπιθαμής με λεπτεπίλεπτη και εμποτισμένη σε δηλητήριο λεμπίδα, άμεσα θανατηφόρο, με ξομπλιαστό μανίκι και ξύλινο επενδυμένο με δέρμα θηκάρι…Στο στήθος του κρεμόταν το ποιό Ιερό του φυλαχτό το οποίο τιμούσε ιδιαίτερα γιατί όπως έλεγε σ’ αυτό στήριζε την ατρωσιά του[ σωματική του ακεραιότητα] και το σθένος της ψυχής του…Ήταν ένα ασημένιο μικρόσχημο κυτίο με ανάγλυφη παράσταση του Αγίου Γεωργίου το οποίο κρεμόταν στο στήθος του από πολλαπλές ασημένιες αλυσίδες που περνούσαν από τον λαιμό του και πισωγυρνούσαν κάτω από την μασχάλη του εν είδη χιαστεί..Ήταν κούφιο και έκλεινε συρταρωτά από την πάνω μεριά.

Μέσα εκεί εφύλαττε ένα θαυματουργό Αγιοκωνσταντινάτο, σαν νόμισμα με την μορφή του Μέγα-Κωνσταντίνου, ένα λεπτεπίλεπτο κομμάτι Τίμιο-Ξύλο από τον Σταυρό του μαρτυρίου του Χριστού, ένα μικρό κομμάτι αντίδωρο σαν πέτρινο απολίθωμα από την τελευταία λειτουργία πριν πέσει η Πόλη και σκόρπια ξερά φυλλαράκια και ανθοπέταλα από μεγάλες τελετές Αγιασμών της Χριστιανοσύνης…Αυτό το θαυματουργό φυλαχτό δεν το έβγαζε από το στήθος του μόνο όταν ήθελε να πάει για σωματική του ανάγκη και το άφηνε σε μια ικανή απόσταση για να το βλέπει.Όπλα και φυλαχτό τα πήγαινε κάθε χρόνο στον μεγάλο Αγιασμό των Θεοφανείων και τα ευλογούσε ο ιερέας του χωριού. Τους είχε μεγάλη αγάπη, [Λατρεία θα μπορούσα να ‘πώ ]και τα τιμούσε μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του η οποία ήταν μοιραία και παράδοξη….

Ένα απόγευμα είχε νυχτωθεί στην πλατεία του χωριού με ξένους επισκέπτες που είχαν έρθει να τον φωτογραφίσουν και να τον θαυμάσουν από κοντά. Ο ενθουσιασμός και τα κεράσματά τους παρατράβηξαν με αποτέλεσμα να καθυστερήσει την επιστροφή του.Φεύγοντας από την πλατεία για το σπίτι του το οποίο ήταν έξω από το χωριό, στον ‘’Νταερέ’’,δίπλα στην ριζοβουνιά ..[για να μπορεί να διαφεύγει  εύκολα  από  τυχόν εχθρικές επιδρομές..] όπου και έμενε μόνος του, ελοξοδρόμησε και οδηγήθηκε σε μια παρακείμενη χωματολακκούβα, όπου στερνιάζαν τα νερά από τσι ξεχυλισμένες πετροσκαλιστές γούρνες τσι Πέρα-Βρύσης.Την συγκεκριμένη ‘μέρα έβρεχε πολύ και η λακκούβα ήταν γεμάτη και το γύρω έδαφος μαλακό και λασπώδες.

Η μνήμη του εξασθενημένη από την επήρεια των πολλών οινοπνευματοδών κερασμάτων, η ασυνήθιστη γι’ αυτόν περασμένη ώρα και ο βροχερός καιρός, συνέτειναν στο να χάσει τον δρόμο και να οδηγηθεί στην ανάβαθη νεροστερνιάστρα  και γλυστρώντας στα λασπόνερα να παγιδευτεί στην όχθη της.Τα στιβάνια του κόλλησαν στην λάσπη, μουσκεμένος μέχρι το κόκκαλο με την ενδυμασία του βαριά και ασήκωτη δεν μπορούσε σχεδόν να σαλέψει.Η κραυγή της απελπισίας του δεν έφτανε μέχρι το χωριό μπάς και τον άκουγε κανένας να σπεύσει να τον βοηθήσει και η κακοκαιριά της νύχτας τον κράτησε αιχμάλωτο και ανήμπορο να αντιδράσει.Αποκαμωμένος έγειρε στην όχθη της λακκούβας με το νερό να τον χώνει ως την  μέση και ίσα που κατάφερε να βγάλει από πάνω του τα άρματα και τα χαμαϊλια και να τα αποθέσει δίπλα στο κεφάλι του σαν μαξιλάρι, προσμένοντας το ξημέρωμα μήπως προλάβει κάποιος περαστικός και τον σώσει.Μάταια όμως γιατί δεν άντεξε τόσες ώρες βουτηγμένος στο νερό και με την βροχή να πέφτει όλη τη νύχτα ασταμάτητα, κατέληξε από πνευμονία μόνος και αβοήθητος στην άκρη του υγρού τάφου..

Σαν να αποκοιμήθηκε αγκαλιά με ένα κακό όνειρο και δεν ξαναμεταξύπνησε…

Όταν την άλλη μέρα τον βρήκαν οι περαστικοί ήταν πλέον αργά.Είχε παραδοθεί σχεδόν αμαχητί στα καιρικά φαινόμενα…είχε νικηθεί απ’ τα στοιχειά της φύσης.Ο Ατρόμητος καβαλάρης πεζός οδηγήθηκε στον θάνατο…Ο Πολεμάρχης, ο Αγωνιστής που δεν φοβήθηκε στα πεδία των μαχών, ηττήθηκε δίπλα στο σπίτι του από απρόβλεπτο εχθρό..Δίπλα στην Βρύση που τα πεντακάθαρα νερά της τόσα χρόνια του πρόσφεραν δροσοφοριά ζωής, τώρα παγωμένα και θολερά αγκαλιάζουν το άψυχο σώμα του.Νικήθηκε απ’ τον αόρατο εχθρό, το σκοτάδι της παγωμένης νύχτας και τον κακό του εαυτό που κατάφερε για μια βραδιά να τον ξεγελάσει και να τον παρασύρει λοξοδρομόντας τα βήματά του…Άσχημα παιγνίδια της μοίρας που όταν παγιδεύσουν τον νού του ανθρώπου και θολώσει το μυαλό του, ο χρόνος μετράει αντίστροφα… και κάποια στιγμή σταματάς να σκέφτεσαι, σηκώνεις τα χέρια ψηλά και παραδίνεσαι στην γή.. χωρίς μιλιά και ρόγχο θανάτου..γέρνεις, εναποθέτεις το πήλινο σώμα σου στην χωματένια κοιτίδα.. την μήτρα της ζωής…και αφήνεις την ψυχή σου να φτεροκοπήσει προς το άνωθεν φώς………..!!!!!!!!!!!!!!!!!!Ήταν 18 Μαρτίου το 1960…και μετρούσε ήδη τα 87 του έτη…….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...