Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ...[φιλόλογος Καθηγητής – Ιστορικός ]

ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ...[φιλόλογος Καθηγητής – Ιστορικός ]
Πρωτοδιόριστος Καθηγητής Φιλολογίας εις Μοχόν....1979.

Ένας σπουδαίος Άνθρωπος και γνώστης των πραγμάτων
που κάτεχε και δίδασκε Αξίες των γραμμάτων
Διορισμένος εις Μοχόν στην πρώτη του θητεία
στα έδρανα τα σχολικά γιά μιά τετραετία
Καθηγητής Φιλόλογος, γλώσσας και θεωρίας
με ειδική βαρύτητα σε γνώσεις Ιστορίας
Αλάνθαστος στις σκέψεις του και οι περιγραφές του
καθήλωναν στα έδρανα όλους τους μαθητές του
Γιατί το κάθε γεγονός απου εξιστορούσε
εθάρριες ότι ήτανε παρόν και το θωρούσε
Με μικρολεπτομέρειες ανέφερε τα πάντα
εκπτώσεις δέν σηκώνουνε ιστορικά συμβάντα
Μα ούτε περιληπτικώς μπορείς να τα διδάξεις
εκτός και θέλεις τυπικώς να προσπερνάς τις τάξεις
Με την παπαγαλίζουσα γλώσσα της θεωρίας
δίχως πολλούς σχολιασμούς και κρίσεις ιστορίας...........
Σχολική εκδρομή με μαθητές του Γυμνασίου....

Γιά όσους εύκολα ξεχνούν και λησμονούν πολλάκις
υπενθυμίζω τ’ όνομα Μανώλης Παπουτσάκης
Αγάπησε τον τόπο μας ώς τον δικό του εξίσου
γέννημα- θρέμα ήτανε της Άνω-Χερσονήσου
Πατροπαράδοτες αρχές μέσα του κουβαλούσε
και ότι εδιδάκτηκε πιστά υπηρετούσε
Προγενεστέρων συμβουλές και γνώσεις διδασκάλων
ζήλον γραμματοσπουδαστή επέδειξε μεγάλον
Πιστός εις τις ιδέες του, σίγουρος στον σκοπό του
βοήθησε φιλότιμα κάθε συνάνθρωπό του
Στο να γεννεί καλύτερος εντός κι’ εκτός σχολείων
χαρά του να μοιράζεται τον πλούτο των βιβλίων
Είχε ευγένεια ψυχής κι’ εγνώριζε τους τρόπους
να αγαπομοιράζεται με όλους τους ανθρώπους
Δυνάμεις ανεξάντλητες απο καρδιάς αντλούσε
και πότιζε όποιο μυαλό ένοιωθε πώς διψούσε
Είχε κι’ ευχέρεια γραφής εκτός απο τον λόγο
κι’ ότι τον εβασάνιζε τ’ απλούστευε ντελόγο
Όλα τα συναισθήματα απου κυοφορούσε
ποιητικώς τ’ ανέλυε και νοερώς τα ζούσε
Όχι γιατί ντρεπότανε να τα ξεφανερώσει
φοβότανε αμάλαγη καρδιά να μήν πληγώσει
Κι’ εύκολα δέν ενέδεινε σε πειρασμούς και σκέψεις
μα ούτε κι’ υπεροπτικές είχε ο νούς του βλέψεις
Σαν ταπεινός προσκυνητής έσκυβε και φιλούσε
ότι τα συναισθήματα του κόσμου του ξυπνούσε
Χωρίς ιδιοτέλειες ούτε πολλές φανφάρες
πρόσφερε μα δέν ζήταγε ποτές χαρές και χάρες
Όχι απο εγωϊσμό κι’ ακαταδεκτοσύνη
μα απο υπερβάλουσα προσωπική ευθύνη
Που ένοιωθε γιά κάθε τί απού τον ακουμπούσε
και το δικό του μέγεθος τσ’ αγάπης ξεπερνούσε.....!!!!!!!!!


Παρουσιάζω μερικά ποιητικά σκεπτοπονήματα του Εμμανουήλ Παπουτσάκη....

ΠΑΛΙΑ ΑΜΑΡΤΙΑ

Σκουντώντας τ’ όνειρο με ξύπνησεν εχθές.
Όλα τα ρόδα στεφάνωναν τα μαλλιά σου,
βαρύ τσεμπέρι γέρικης ευχής
πού’ρθεν αργά να με λυτρώσει απ’ το βιάσου.

Μιά αλήθεια τρίζει μέσα μου,
πάγος που σπάει σαν η Άνοιξη το θέλει.
Κόκκαλο στο κορμί μιάς πυρκαγιάς,
ξαντό μές στην πληγή, ξερό κουρέλι.

Θαρθεί καιρός δάκρυ να πλύνει την πληγή
σταγμένο απ’ της μοναξιάς τ’ αγκάθι
κι’ ουρλιάζοντας κοντά θα φέρω τις Σεμνές
που γέννησες αφίλητα μιάς καλαμιάς το χάδι.
                                    
                                                            

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Ποιός μου αναδεύει τα μαλλιά;
Ποιός άκουσε όταν φώναζα ‘’δέν την αντέχω τόση νύχτα ‘’.
Ποιός μου στεφάνωσε μ’ εκείνη την ζωή
κι’ ευλόγησε η πληγή του στήθους να χωνεύει,
εσέ και τη σιωπή
και δάκρυα σγουρής φασκομηλιάς να δένει;

‘’Δώδεκα ρίξε στο γυαλί, της π’ αγαπάς, φιλιά δοσμένα
και μέτρα πόσα θάνε την αυγή στα κόκκινα βαμμένα.
Ζυγά, θα μού’ρθεις σα βροχή..μονά, ο λίβας θα σε πάρει.’’

Γυναίκα η μνήμη, άστατη, με γέλασε
το σάλιο τους οι λυγαριές κι’ οι ασφάκες
με το δικό μου σμίξαν μιά φορά
κι’ ήχοι μουντοί αχρωμάτιστοι, μονόρυθμοι,
σαν την καρδιά της πέτρας που μιά φορά της θύμωσε ο αέρας,
τ’ άδικο πικροδέσανε, χορό, στα πόδια τα γυμνά
μιάς άλλης μέρας.

ΟΛΑ ΤΑ ΦΩΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ

Ξύπνησα στην φυλακή μιάς πρώτης νιότης χαρισμένος.
Πέθαινα γιατί ξεχνούσα της αγάπης το γιατί.
Σκόνη στα πόδια, μνήμη του μαντηλιού που άξαφνα
το μίσησε ο αέρας.
Στάμπες το φώς, κόκκινο φώς ντύνει το άχ..!!!
σαν διάφανη εσάρπα.
Σε καταράστηκα τρελλή πάντα να ψάχνεις τη στοργή
στου μαγκαλιού τη θράκα.

Έλα.!!! Της κάμπιας να μετρήσεις το ντορό
που δένει μιά γυμνή πατούσα με τ’ αστέρι.
Έλα!!! Στην αγκαλιά μου γίνε περιστέρι
Έλα!!! Μάθε ‘με να χορεύω στο νερό.!

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Λέξεις παλιές στ’ αλώνι του μυαλού,
που τρίζουν σαν ψυχές που το καντήλι καίει τα φτερά τους.
Ο ήχος τους σαν λάδι στάζει στην πληγή,
που άνοιξε το ‘’φεύγω ‘’και το ‘’γειά σου ‘’.

Θα ‘ρθεί καιρός να δώ τα βρύα, πράσινα σπαρτά
σάν ξαναζήσει της αγάπης μας το φύτρο,
χέρια-πλεούμενα θ’ αναζητούνε την πηγή
που θρέφει τίμιο αγιόκλημα στον τοίχο.

Σα βλέφαρο κλειστό να σου πεπλώσει τη ζωή
μην πελαγίσει πιά μακριά σε ξένα μονοπάτια.


ΑΓΓΙΓΜΑ

Χθές βράδυ σ’ ονειρεύτηκα ξανά
ήμουν πνιγμένος στων μαλλιών σου το σκοτάδι
και των φιλιών μου η προσευχή, καπνός αχνός,
τύλιγε την καρδιά σου, μάγισσας μαγνάδι.

Άδεια ζωή ατραγούδιστη
νύχι που τρίζει στο γρανίτη
μού’δειξε φώς μιά χαρακιά
πού’σχιζε των μαλλιών σου το γραφίτη.

Μιά άσπρη τρίχα μας ενώνει τώρα πιά
λές τα φιλιά μου τη δωρήσαν στα μαλλιά σου
ανάσα παγωμένη μιάς ζωής
που πήρε φύλλο-φύλλο η αγκαλιά σου.

ΜΑ ΠΟΥ ΠΑΣ ;

Μικρή ζωούλα ως το πρωϊ μαζί αδικούσαμε το στρώμα,
που έτριζε χαιρέκακα σαν παρατονισμένης μουσικής
 στραβό ένα στόμα.
Κι’ ύστερα αλάργεψες σαν βρήκαν τα πανιά καλόν αέρα
και των φιλιών σου τον ανθό τον κάρφωσες
χάδι στη λαγουδιέρα.

Μείνε.!!! Στο άδικο του ίσκιου μή χαθείς
πρίν η μικρή πατούσα σου θεριέψει,
πρίν την καρδιά σου η αγάπη μου μερέψει.
Σβύνω ζωή μου...σαν γυρίσεις τί θα βρείς;

Μικρή ζωή, στάλα βροχής στα φύλλα της μολόχας
ζάρι που τό’ριξε βαριά η απελπισιά,
σήκω και χόρεψε ζεϊμπέκικο στην τσόχα
βαρύ τσιγάρο απά στ’ αφτί σου η λησμονιά.

ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΖΩ ;

Άδειο το βλέμμα, στον πάγο του καθρέπτη πεθαμένο
βαθιά στην θύμηση κενό, σπασμένο ρόδι.
βαριά κουρτίνα μιά ψιλή βροχή ασταμάτητη
και τ’ όνειρο της πλάτης σου να φεύγει να κυλά,
στις δίνες του νερού και στου καπνού τα δαχτυλίδια μεθυσμένο.

Ζωή. Πράσινο μουχλιασμένο φώς
στον ίσκιο των κυπαρισσιών παραδομένη,
της πλάκας η γυαλάδα μ’ απομένει
το γράμμα να διαβάζω το στερνό.

Έλα ξανά.!!! Ρυτίδα μιάς παλιάς φωτογραφίας
της πρώτης μου της νιότης φυλακή,
στα χείλη επάνω να φυσήξεις την ελπίδα
γαρούφαλο στ’ αφτί μου να καρφώσεις την αυγή.

ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΘΕΡΙΖΕΙΝ
Νύχτες ατέλειωτες ξερό κλαδί μου έξυνε της μνήμης τη σκουριά,
λόγια παλιά π’ απίθωνε στο μάγουλο ο νοτιάς
σαν της αφής το σούρσιμο μου λέν’ πως μ’ αγαπάς.

Άρμεξα δάκρυ ενός παιδιού,παίζοντας την σκιά του καραγκιόζη
ανέγγιχτος κι’ απ’ αύρα σκέψης ορφανός
μόνος κι’ ελεύθερος ζυμώνω το ψωμί του κανενός
ξόρκι κι’ αντίδωρο στο μαύρο που ζυγώνει.

Τώρα μπορώ.!!την πινελιά του μαύρου στο μεσόφρυδο
μ’ ένα φιλί να σου την κάνω κοκκινάδι,
μιάς μοίρας αναπότρεπτης, μαχαρανής σημάδι.

Γλυκό μου φώς, φώς της φωτιάς, φωτιά σε περιμένει.
Δράκος στα γόνατά σου που βιγλίζει το σπιτόφιδο.

ΕΝΟΧΟΣ

Ποιός γονιμεύει την βροχή;
και τί ζητά στο τζάμι μου απόψε
σαν χέρι αδύναμο την κρούστα της ανάσας μου απαλά
ανθός της λεμονιάς το φώς να βγεί, παλιά οπτασία κόψε.

Γιατί είμ’ αδύναμος σα νοιώθω σιγουριά;
Γιατί στ’ ανώγι του μυαλού παγώνει ο δρόμος;
Ποιός τη ζωή μου επινοεί; ποιανού Θεού ο νόμος,
σκόνισε στα μαλιά τους όρκους που πλεχτήκανε
στα φύλλα μιάς ελιάς;

Άκου!!!στων ήχων μου τ’ αυλάκι μιάς μάννας θρήνος,
που στα σκυλιά τάϊσε τα παιδιά της μερώνει.
Της συγχώριας τον αφρό, στ’ ακρόχειλο,
δώρο ακριβό απιθώνει.

Μήν κλαίς Κυβέλη, Αναχίτα, Ινάννα, Ήρα, Ελένη..!!!
Σύ γονιμεύεις τη βροχή στους ήχους της ταξίδευέ με πάντα.


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Να ζήσω πώς, να νοιώσω πώς,
πές μου το εσύ φευγάτο χελιδόνι.
Δείξ’ το μου εσύ που το καρφί
της τρίλιας σου φορώ μές την παλάμη.

Μιλώ τις λέξεις σου, με σινική γραμμένες στην ψυχή μου,
Στα βλέφαρά μου ξεψυχά το γιασεμί
που γέμιζε ως τα χθές τα όνειρά μου.

 Έλα ξανά χνούδι που πέφτει απο ψηλά,
σπόρος στου πόθου μου την μήτρα,
να φύγει η πάχνη που βαρένει τα μαλλιά
κόκκινο σάλι να δεθεί το καλοκαίρι.

                                                                              Παπουτσάκης Εμμανουήλ

...........ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ…Στους Μαθητές του 12ου Γυμνασίου –Ηρακλείου…Ιούλιος 2014
Του Μανώλη Παπουτσάκη

Πρόσεξε κανείς τις χαρακιές στα χέρια του παππού; «είναι οι σίγουρες σιδηροδρομικές γραμμές που διασχίζουν το μέλλον  λέει ο Ρίτσος. Είναι δείχτες παιδιά κι ορίζουν ανατριχίλες ζωών που ξοδεύτηκαν ανάμεσα στο πόνο του ανεκπλήρωτου. Αχ! και στα μαλλιά που φύγανε καβάλα στη χτένα. Δείχνουν μακριά την υποψία του ταξιδιού που σας προσμένει, στο δρόμο που τα λεμονάνθη σέρνει ο άνεμος. Τολμήστε τον, κι αν κάπου η μικρή σοφή πατούσα σας κοκκινίσει πέστε δεν είν’  αίμα, είναι μούστος απ’ το πατητήρι της χαράς .
Πετάξτε πάνω απ’ το βραδινό καπνό, κλάψτε τον Ήλιο και πέστε είν’ η λύπη μας αστεία. Ρωτήστε τις μαργαρίτες όλου του κόσμου, μα δώστε εσείς την απάντηση.  Κουνήστε το μαντήλι στη καταιγίδα˙ δική σας είναι, παιδί της πεθυμιάς σας˙ κι αν πέσετε γίνετε φύτρο: θα σας γυρίσει πίσω μιας κοπελούδας το μάγουλο.
Κάντε παιδιά το ταξίδι σας˙ φροντίστε μόνο τα πανιά της ζωής σας να τα φουσκώνει πάντα η δική σας πνοή κι η αγωνία η δική σας να κρατεί το τιμόνι. Όμως κάντε το βέλος της αγωνία σας να σημαίνει χαρά. Βάρδα όμως μη σας μαδήσουν τα φτερά! Ένα βέλος  χωρίς φτερά δεν το θέλει ούτε η φαρέτρα ούτε ο στόχος.
Ταξιδέψτε όπου θυμαρίσια ανάσα, όπου κίτρινο φεγγάρι, όπου αγώνας της κάμπιας να γίνει πεταλούδα, όπου ακούτε πως ασίκικα φορούνε στ’ αυτί τους το γαρύφαλλο.
Κάντε παιδιά το ταξίδι σας όπου πλέρια ανθούν τα χαμόγελα που «κρατούν την ουσία κι ονειρεύονται, που λένε ναι, που τραγουδούν, που σεληνιάζονται, που ενοχλούν τους μίζερους, που καλικαντζαρίζουν, που στάζουν λεμόνι, που ορτσάρουν, που σημαίνουν, που «ιερουργούν τον όρθρο της ελιάς»,  που «φυσούν κι ανάβουνε τα πορτοκάλια». Πείτε περήφανα ναι  Εγώ!!  κι απλώστε το βήμα μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στο στόμα, σαν καλορίζικο ενός ανοιξιάτικου επιτάφιου που θρηνεί την Ανάσταση.
Κάντε λοιπόν παιδιά το ταξίδι σας˙ κρεμάστε κόκκινα πουκάμισα στους τοίχους, σηκώστε ακατάδεχτο το φρύδι, κλάψτε αναίτια, γελάστε αδέξια, όμως στο μέσα μυστικό αυτάκι σας ας μείνει πάντα χώρος για μια μονότονη ρομάντζα που παίζει κάποιος με τόνα δάχτυλο στις χορδές της καρδιάς του.  Δίνω παίρνω, σιωπές για σβησμένους καθρέφτες, ένα κίτρινο κοντζέ στα χαλάσματα για την ψευδαίσθηση μιας απούσας στοργής, ολοκαυτώματα ομορφιάς για ένα ξεροκόμματο αλήθειας, χιλιάδες βρόχους για μια υποψία απ’ τ’ αγιόκλημα  στην αυλή της μάνας.
Αλαργέψτε˙ κι αν κάποτε σας ζαλίσει ο υλακισμός του νότιου ανέμου  στα ξερόκλαδα των μαδημένων ονείρων, καταφύγιο βρέστε στην κατάφαση της αφής˙ πάντα απαντάει άσφαλτα στο ερώτημα ΕΙΜΑΙ ;
Νάστε σίγουροι˙ θα θροΐσουν  ξανά τα φτερά, εκείνα που το σοφό τσεμπέρι της γιαγιά σας τα λέει ΖΩΗ.
Παιδιά υπάρχει αυτί που απαντά στη μουσική του δικού του ονείρου; ΝΑΙ αν ανταλλάξει το ψωμί με το ρόδο, αν πετώντας το χάδι που καλύπτει το τραύμα, αφήσει να ξεχυθεί τ’ άλικο της ζωής και της αλήθειας στον ήλιο. ΝΑΙ γιατί υπάρχει ο αιώνιος θρήνος της βροχής στα σάπια φύλλα. Εύκολα με νόμισμα ένα χαμηλωμένο βλέφαρο θα δώσουν κόσμους ολάνθιστους σαν γέλιο μιας παιδικής αμαρτίας.
Άντε λοιπόν λιανό φεγγάρι ας σας  φωτάει τη στράτα˙ όλοι οι πάπυροι θα γραφούν μια μέρα στ’ όνομα της αλήθειας που υφαίνει η αράχνη που σεργιανάει στα μαλλιά σας.
Θέλει δουλειά να βγεί το ευχαριστώ από καρδιάς με το πριόνι , το τρυπάνι, με τα δόντια, με τ ’ αγεροφυσήματα, με του ματόκλαδου το παίξιμο και της παλάμης τ’ αναρίγιεμα.  Ευχαριστώ την κάθε ατμίδα των ματιών σας, τη κάθε ρώγα σταφυλιού που σπάει στα δόντια σας, το γέλιο σας που απλώνει τις τρίλιες του  απ’ τον ανθό της λεμονιάς στις κουτσουλιές του δρόμου….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...