Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΒΕΡΓΑ -[ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ Γ. ΒΛΑΣΤΟ.]

Αντρέας Π. Χατζηπολάκης

Δημοσίευση:
ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ (Ρεθύμνου) 13141 [=13142]/ 4-9-1990, σ. 3
ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (Χανίων) 904 / 29-10-1990, σ. 7 και 13

Το παρακάτω τραγούδι που εδημοσίευσε ο Βλαστός στον ΡΑΔΑΜΑΝΘΥ είναι μια πολύστιχη ιστορική ρίμα, που αναφέρεται στον θρυλικό Βέργα (1) απ' τον Μοχό Πεδιάδας Ηρακλείου. Όπως αναφέρει ο Βλαστός στα εισαγωγικά σχόλια, τη ρίμα εστιχούργησε κάποιος Γεώργιος Δρακονάκης. Πριν απ' αυτόν όμως ένας άλλος ριμαδόρος, ο Σετιανός (Στειακός) Μανόλης Χαρκιότης, είχε εξιστορήσει τα κατορθώματα του Βέργα σε πολύστιχο στιχούργημα, που το περιέλαβε ο Κλαύδιος Φωριέλος (Claude Fauriel) στη σύλλογή των Ελληνικών Δημοτικών Τραγουδιών του (2). Τη ρίμα του Χαρκιώτη (Ιστορία του Γεώργη του Σκατόβεργα) αναδημοσίευσε από τον Φωριέλο ο Βυβιλάκης, χωρίς μνεία της πηγής προέλευσης, στον ΡΑΔΑΜΑΝΘΥ της πρώτης περιόδου (3).
Παραλλαγές που απέρρευσαν από τη ρίμα του Δρακονάκη κατέγραψαν και εδημοσίευσαν αργότερα στις συλλογές τους ο Αντώνιος Γιάνναρης (4), ο Παύλος Φαφουτάκης (5) και άλλοι (6). Μαζί με το τραγούδι του Βέργα θ' αναδημοσιεύσουμε και το προλογικό σημείωμα του Βυβιλάκη, καθώς και τα εισαγωγικά σχόλια του Βλαστού, που περιέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες και παρατηρήσεις.
ΚΡΗΤΙΚΑ
(ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ, Έτος ΛΑ', 209 / 27 - 1 - 1873, σσ. 2γ-3β)[Δες
ΕΔΩ]
Μετ' ευχαριστήσεως βλέπομεν οσημέραι αναπτυσσομένην την φιλομαθή περιέργειαν και τον ζήλον των νέων της πατρίδος ημών, προς ανίχνευσιν και διατήρησιν των ιστορικών και αρχαιολογικών αυτών μνημείων, όθεν προθύμως δημοσιεύομεν ταύτα, όπως και αν έχωσιν, όπως ενθαρρύνομεν έτι μάλλον τον προς τούτο αξιέπαινον ζήλον των, συγχαιρομένοι αυτούς από καρδίας.
Ρέθυμνον τη 17 Ιανουαρίου 1872 (διάβαζε: 1873).
Φίλτατέ μοι Κύριε Εμμανουήλ Βυβιλάκη!
Ευχαριστηθείς πολύ δια τας εξηγήσεις και την εποχήν του εις το 183 της 4 Ιουλίου τρ. έτους φύλλον της εφημερ. υμών ο ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ τραγωδίου "Ο Φόνος του Ρηγόπουλου", σας αντιγράφω εκ της συλλογής μου έτερον τραγώδιον του οποίου η ιστορία έμεινεν αφανής εισέτι και ήτις δυνάται να εκτεθεί ακολούθως παρ' ειδήμονός τινος όπως σχηματίσει δράμα ολόκληρον, θα σας συγκινήσει βεβαίως η ηρωίς Μαρία Βεργοπούλα, και η απόφασις της μητρός της κλπ….
Ο δε ποιητής του κάτωθεν τραγωδίου, του οποίου οι συγγενείς του Βέργα είπον το ιστορικόν και αυτός εστιχούργησεν, όχι μόνον αγράμματος είναι αλλά και αόμματος, Γεώργιος Δρακονάκης Μεραμβελλιώτης εκ του χωρίου Καστέλι της Φουρνής τριακονταετής. Ούτος με την τέχνην αυτήν περιέρχεται την νήσον τραγωδών δίστιχα, και ήλθεν εις Αθήνας, Πάτρας, Σύρον, Σμύρνην, Τήνον. Πόσοι μεγάλοι άνθρωποι δεν δύνανται να εξέλθωσιν από την στάκτην της πυρποληθείσης οικίας του γεωργού, του μυλώνα, του βοσκού, του ξυλοκόπου; Ας βοηθήσομεν, λοιπόν, αυτούς όπως ο καθείς δυνάται και έχει ο Θεός γυρίσματα.
Ιδού το τραγώδιον, το οποίον καταχωρήσατε παρακαλώ ολόκληρον εις ένα φύλλον της εφημερίδος σας.

Ο Γεώργιος Βέργας, ο αδελφός του Νικόλαος και η αδελφή αυτών ηρωίς Μαρία (εκ του χωρίου Μοχού της επαρχ. Πεδιάδος).

Κάθε πρωί με το δροσιό π' ανοίγει το λουλούδι,
αφουκρασθείτε να σας πω του Βέργα το τραγούδι.
Τραγούδι να το μάθετε, τραγούδι να το λέτε,
τον Γιώργη και τον Νικολή να κάθεστε να κλαίτε.
Εικοσιπέντε τ' Απριλιού μία Δευτέρα μέρα,
οι αγάδες που να πιάσουνε τον καπετάνιο Βέργα.
Εβγάλανε και μπουγιουρτού, εβγάλαν και ιλάμι,
τον Βέργα να σκοτώσουνε κρίση να μην τους πιάνει.
Έπιασαν κι εγεμίσανε όλ' ασημένιες μπάλες,
διανά πάνε στον Μοχό τσι Βέργηδες να φάνε.
Μά' χανε φίλο μπιστικό κι αυτοί μέσα στη Χώρα,
κι ευθύς των έστειλ' είδησιν να μη σταθούνε ώρα.
Στην πέρα μπάντα του Μοχού χορό 'χανε στημένο,
εκεί 'τον κι εξεφάντωνε ο Βέργας ο καϋμένος.
Εις την εμπρός μεριά κρατεί και λέει μαντινάδες,
η γλώσσα του τες κελαηδεί με τόσες νοστιμάδες.
Κι ο αδελφός του ο Νικολής κάθετε στην καθέκλα,
και την μασέλα του κρατεί με την δεξιάν του χέρα.
-Τ' έχεις, αδέρφι Νικολή κι είσαι βαρά θλιμμένος
κι εις το δεξί σου μάγουλο είσ' αποκουμβισμένος;
-Σκόλασ', αδέρφι, το χορό ετουτηδά την ώρα,
κακ' είδησις μας ήλθενε μέσα από τη Χώρα.
-Για πες μ', αδέλφι, τον μουζτέ και το κακό χαμπέρι,
εμείς καλά γνωρίζομεν της ξενιτιάς τα μέρη.
Για πέστε σεις οι χωριανοί όλοι, μικροί μεγάλοι,
στον τόπον που εγύρισα αν έκαμα ζαράρι.
-Όχι, Γιώργη, δεν έκαμες εσύ σ' εμάς ζαράρι,
μα οι Τούρκοι σου ζηλεύουνε γιατ' είσαι παλληκάρι.
Εσένα σου ζηλεύουνε οι Αγάδες του χωριού σου,
κι εβγάλαν το ιλάμι σου ίσια με του μπογιού σου.
-Ας έλθ' ευθύς η μάνα μας ν' αποχαιρετιχτούμεν,
κι αύριο αποξημέρωμα να πα βαρκαριστούμεν.
Δος, μου μάνα, τη χέρα σου, δος και τ' άλλου την άλλη,
το γάλα που μας βύζασες κάμε μας το χαλάλι.
-Χαλάλι σας το γάλα μου κι έχετε την ευχή μου,
παιδιά μου, δύσκολό 'ναι πλιο να ιδείτε τη ζωή μου.
-Ε, κακομοίρα μάνα μας, κι εράγισ' η καρδιά σου,
και για του Μοχογλού τσι γιους εγέννας τα παιδιά σου.
Αν ήτο η θυγατέρα σου η πενταπλουμισμένη,
όλον για την καλή τιμή σκοτώθηκ' η καϋμένη.
Από κειδά σηκώνουνται κι εις την Σταλίδα πάνε,
πάνε να βρούνε τον παπά να πιούνε και να φάνε.
-Που 'σαι, παπά, βάλε κρασί, ρακί να ρακωθούμε
και μια κριαροκεφαλή να την χαροκοπούμε.
Μέσα εκεί π' ετρώγανε, οι αγάδες και πλακώνουν,
από μακριά τουρκολογούν μα δεν το φανερώνουν.

Από μακρία τουρκολογούν ο εις από τον άλλο,
- Έπαρε συ τον πλιο μικρό και 'γω τον πλιο μεγάλο.
Κι οταν εσιοπατήζανε εις τ' Αγκουρί τ' αυλόχι
βουλήθηκ' ο Χατζή Βελής τον Βέργα να σκοτώσει.
Σηκώνει και ξαμώνει του στο τσόχινο μεϊτάνι,
η μπάλα δεν τόνε τρυπά, ούτε σημάδι κάνει.
Και ξαναδευτερώνει του στο τσόχινο γελέκι,
η μπάλα δεν τονέ τρυπά, μόνο γλυστρά και πέφτει.
-Δε μου το λες, Χατζή Αγά, πώς θα πολεμηθούμε;
μη μπας θαρρείς πως είμ' εγώ κοπέλι και φοβούμαι;
Ξάνοιγε 'δα, Χατζή Βελή, σαν είσαι παλληκάρι,
να ιδείς το Βέργ' απ' το Μοχό πόλεμο τόνε κάνει.
Πως μου το λες να ταγιαντώ, και πως να ταγιανδίσω,
ότ' έχω τ' άρμα μ' εύκαιρο, στάσου να το γεμίσω.
-Μη με σκοτώσεις, βρε Ρωμιέ, οπού 'μαι σαν τη βιόλα,
οπού μ' αγαδοσέρνουνε οι αγάδες μεσ' στη Χώρα.
-Να σε σκοτώσω θέλω' γω, αγά Χατζή Βελή μου,
εσέ, σκύλε, την εφίλησες εμέ την αδελφή μου!
Σηκώνει και ξαμώνει του εις το λαιμ' αποκάτω,
ύπνο τον αποκοίμησε, παντοτεινό κοιμάτο.
Και ξαναδευτερώνει του πανωθιό στα μάτια
και κάνει το κεφάλι του σαν εκατό κομμάτια.
Έσερνε τον αράπη του κι εβάστα το τσιμπούκι,
κι έτρεμε ο κακορίζικος σαν να ήτονε κουλούκι.
-Σιώπαινε, συ αράπη μου, τίποτα δε σου κάνω,
σκλάβος κι εσύ, σκλάβος κι εγώ στον κόσμο τον απάνω.
Σώπαινε, συ αράπη μου, σώπαινε μη φοβάσαι,
μα πράμα δε σου κάνω 'γω να πας να το δηγάσαι.
Άμε κι εσύ καυχήσου το τση ξενιτιάς τα μέρη,
σκοτώθηκ' ο Χάτζη Βελής, οπού δεν είχε ταίρι.
Κι εμέ στην Πόλην μ' είχανε περίσσιο δραγουμάνο,
και τεμενά μου κάνανε σ' ότι κι αν είχε κάμω.
Με το μαχαίρι μ' έκανα πόλεμο τρεις ημέρες,
κι ήσαν και κάψες δυνατές κι είχα πολλές φοβέρες.
Μα ο Πασάς μ' ήταν καλός και εδικός μου φίλος,
κι εχάρισε μου τη ζωή, μα μ' έριξε στο ξύλο.
Αν θέλετε να μάθετε πόσες ξυλιές μου δώκαν,
χίλιες τρακόσες δεκοκτώ, πως δε μ'επαραδώκαν;
Η σάρκα μου εγδάρθηκε κι έβγανα τα γδερμάτια,
με το μαχαίρι μ' έσυρνα κι έκοβγα τα κομμάτια.
Και όταν εσηκώθηκα να βγάλω τα στιβάλια,
την Πόλην εσφαλίζανε μην είχε κάμω πράμα."


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Για τη δράση του Βέργα βλέπε: Β.Ψιλάκης, Ιστορία της Κρήτης....
τ
.Γ', Εν Χανίοις 1909, σσ. 303-6.
2. C. Fauriel, Chants populaires de la Grece Moderne
τ.II, A Paris 1825, σσ. 358-366. (Ελληνική μεταφρασμένη έκδοση του 1956: σσ. 314-7).
Τη ρίμα αναδημοσιεύει από τον Fauriel κι ο Ν.Β. Τωμαδάκης, Η Ρίμα του Γιώργη Βέργα από έναν αγράμματον λυράρην, ΑΜΑΛΘΕΙΑ 11(1980) 71-75.
3. Βλέπε: ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ, Έτος Α', 23/21-2-1842, σσ. 90β-91β. [Δες
ΕΔΩ]
Ελλιπές σώμα της εφημερίδας βρίσκεται στην Βιβλιοθήκη της Βουλής (Μπενάκειος) με ταξινομικό αριθμό: 1554
4. Α. Jeannaraki, Άσματα Κρητικά μετά Διστίχων και Παροιμιών ...., Leipzig 1876, σσ. 19-20, αριθ. 19.
5. Παύλος Ι. Φαφουτάκης, Συλλογή Ηρωικών Κρητικών Ασμάτων, Εν Αθήναις 1889, σσ. 66-8, αριθ. 6.
6. Ειρήνη Παπαδάκη, Λόγια του Στειακού Λαού, Εν Αθήναις 1938, σ. 1, αριθ. 1 (όπου υποσημειώνονται ευάριθμες ακόμα παραλλαγές του τραγουδιού).

.........................................................................................................................
Περίπου την ίδια εποχή, στη ρίμα του Γιώργη του Σκατόβεργα, που καταγράφηκε από τον Φωριέλ[18], συναντούμε τη λύρα στα χέρια του Ηρακλειώτη ριμαδόρου:

Εγώ λοιπόν την έκαμα αυτή την ιστορία,
και παίζω την στην λύρα μου, διά παρηγορία…

Ο Φωριέλ, όπως είπαμε, εξέδωσε το βιβλίο του το 1824. Τα γεγονότα που περιγράφει η ρίμα (ο φόνος του αιμοσταγούς αγά Μόχογλου από το Σκατόβεργα στο Μοχό Ηρακλείου και οι περιπέτειες του ήρωα ώς το θάνατό του) συνέβησαν, όπως γράφει ο ίδιος, το 1806. Ρίμες της έκτασης της συγκεκριμένης (104 στίχοι) γράφονταν και γράφονται από τους λαϊκούς ποιητές (ριμαδόρους) της Κρήτης αμέσως μετά τα γεγονότα που αφηγούνται. Το αργότερο ώς το 1816 πρέπει να είχε γραφτεί η συγκεκριμένη ρίμα, αλλιώς το πράμα θελά ’χει μαρουβίσει (παλιώσει) πολύ.

http://joomla.cretan-music.gr/index.php?view=article&catid=3%3Akeimenaarthra&id=21%3Ahistoryoflyra&option=com_content&Itemid=5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...