Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2018

ΜΟΧΟΓΛΟΥ...ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗΣ....ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ


Πρώτη αγάπη, Ιωάννης Κονδυλάκης
ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ (110)

[ Στο Μυθιστόρημα αυτό ο Κονδυλάκης αναφέρεται στον ΜΟΧΟΓΛΟΥ...Τον Αγά του Μοχού....]


Λίγα χρόνια προ του 1821 στο Κράσι της Πεδιάδας.Ο
Σιφογιάννης βγήκε από το σπίτι του κιαπό πίσω η γυναίκα του φάνηκε στην πόρτα και τούπε:
— Καλιά 'χα 'γώ να μην πας, η μέρα πούνε.
— Μα δε θα κάμω δα κιαμμιά δουλειά, ευλοημένη. Δε σου τώπα; Θα πάω να δω αν είνε καιρός για διπλοσκάφισμα.
— Ο Θεός μαζή σου, μια που δε μ' ακούς. Λες πως δε θα δουλέψης· μα μπορείς τουλόγου σου να πας στα γονικά σου και να μην κάμης κιαμμιά δουλειά, και Λαμπρή νάνε;
Ο γάιδαρος περίμενε μπροστά, στην πόρτα στρωμένος, κιο Σιφογιάννης, ενώ τον έλυνε, είπε στην γυναίκα του με λίγο νεύρωμα:
— Μα σου τώπα δα, σου τώπα, πως δε θα δουλέψω. Πόσες φορές πρέπει να σου το πω;
— Εγώ 'πρεπε να σου το πω, γιατί 'νε βαρά σκόλη, και 'ξά σου. (102)
— Καλά, καλά, είπεν ο Σιφογιάννης κιαφού έκαμε το σταυρό του, ανέβηκε στο γαϊδούρι και τον φώναξε «σε!» για να ξεκινήση.
Η γυναίκα του έμεινε κάμποσα λεπτά στην πόρτα και τον έβλεπε ν' απομακρύνεται. Στο αναμεταξύ μουρμούρισε:
— Μα σαν πάει μόνο για να δη, γιάειντα τον επήρε τον κλαδεύτηρο;
Ο Σιφογιάννης ήτο εξηντάρης και πάνω. Αλλά σαν αυτό δουλευτής δεν ήτον άλλος στο χωριό. Γιαυτό, αν κ' ήτο θεοφοβούμενος, η μεγάλη φιλοπονία του τον τραβούσε καμμιά φορά και τις εορτές να μη μένη αργός. Αλλ' ως ελάφρωμα στη συνείδησή του είχε την πρόφαση ότι δεν έκανε βαρειές δουλιές τις εορτές. Διόρθωνε κανένα τράφο,(103) πούχε χαλάσει, λευτέρωνε δέντρα από παρακλάδια ή ξεράδια, καθάριζε το χωράφι από πέτρες ή ξεχόρτιζε και κουβαλούσε το βράδυ στο σπίτι χόρτα για τα ζώα του ή ξύλα.
Κιόταν μια φορά ο παπάς τούκαμε την παρατήρηση και τούπε πως ήτο πολύ «ταμακιάρης», δηλαδή πλεονέκτης, ενώ, ως άτεκνος που ήτο, δεν είχε πολλές ανάγκες, ο Σιφογιάννης κύταξε γύρω, για να μην ακούση κανείς κείνο που θάλεγε, κέπειτα σιγά:
— Δε θωρείς τα πλούτη μου, γέροντα; είπε. Δουλεύγω και σάλιο δεν έχω στο στόμα. Δεν έχω παιδιά, μάχω αφεντικά. Πρέπει να δουλεύγω, για νάχω να πλερόνω το χαράτσι και τάλλα δοσίματα. Και σαν έχω να χορταίνω τον Αγά και το Σούμπαση(104) και κάθα γιανίτσαρο που μου ζητά, γλυτόνω σκιάς απού τσι ξυλιές και χερότερα. Δουλεύγω, σα σκλάβος, για τη σκλαβιά μου.
Ο παπάς αναστέναξε:
— Και ποιος χριστιανός δεν είνε σκλάβος και δε δουλεύγει για τη σκλαβιά του;
Στο κεφάλι του ο Σιφογιάννης φορούσε μαύρη πέτσα(105). Οι Ρωμιοί τότε απόφευγαν τα ζωηρά χρώματα και φρόντιζαν να φαίνωνται ταπεινοί, για να μη θεωρούνται επιδεικτικοί, ότε μπορούσαν να θεωρηθούν από τους Τούρκους προκλητικοί. Με το βάδισμα του γαϊδουριού, σειότανε η άκρη της πέτσας του Σιφογιάννη. Ήτον καθισμένος στο σαμάρι δίπλα, με ρωμαίικη καβάλα, όπως την έλεγαν τότε και την λέγουν ακόμη. Οι Ρωμιοί καβαλούσαν έτσι, για να είνε έτοιμοι να πεζέψουν, άμα φαινότανε Τούρκος. Χωρίς αυτή την έγκαιρη δουλική ταπείνωση, το μικρότερο πούχαν να υποφέρουν ήτο το ξύλο.
Σαυτή την ανάγκη βρέθηκε ο Σιφογιάννης, μόλις απομακρύνθηκε λίγο από το χωριό. Και το συναπάντημα, που τούρθε, ήτον από τα πειο επίφοβα που μπορούσαν να του τύχουν. Αντίθετα ερχόταν ένας Τούρκος έφιππος.
Από μακριά τον γνώρισε. Και ποιος δεν τον γνώριζε; Ήτον ο Αγάς του Μοχού, που λεγότανε Μόχογλους.
Την ίδια στιγμή ο Σιφογιάννης κατέβηκε από το γαϊδούρι, έσυρε το ζώο στην άκρη του δρόμου, το κράτησε 'κεί ακίνητο και στάθηκε κιο ίδιος δίπλα να περιμένη τη διάβα του Αγά. Μετά πέντε λεπτά ο Μόχογλους έφτανε μένα ψαρό άλογο. Θάτονε σαράντα πέντε ετών, αλλά φαινότανε γεροντώτερος. Ήτονε παχύς, αλλ' η κιτρινάδα τον προσώπου του μαρτυρούσε πως το πάχος τον ήτον αρρωστιάρικο. Στο βλέμμα του το άτονο και θολό φαινότανε κούραση, αλλ' η κούραση του βέβαια δεν ήτον από εργασία. Είχεν όμως στιγμές που σαυτά τα ψόφια μάτια άναβε φοβερή φλόγα ο θυμός κη τυραννική παραφροσύνη.
Τα σαλβάρια του ήσαν από γαλάζια τσόχα, στο κεφάλι φορούσε σαρίκι άσπρο και στη μέση του είχε μπιστόλες και γιαταγάνι.
Ο Μόχογλους ήτο, ως είπαμεν, ο Αγάς, δηλαδή ο τιμαριούχος του Μοχού και της περιοχής του. Κιως Αγάς ήτον απόλυτος κύριος της ζωής και των περιουσιών των ραγιάδων, μάλιστα τα χρόνια κείνα της γιανιτσαρικής αναρχίας, που και κατώτεροι Τούρκοι έδερναν και σκότωναν Ρωμιούς, χωρίς να δίδουν ή να χρωστούν λογαριασμόν σε κανένα.
Ο Μόχογλους δεν ήτο από τους χειρότερους Τούρκους. Είχε κάμει φοβερά πράμματα, αλλ' είχε και καλές στιγμές. Είχε σκοτώσει Ρωμιούς, για ψύλλου πήδημα ή για τίποτε εντελώς, αλλ' είχε σκοτώσει και καπανταΐδες Τούρκους που πείραξαν Ρωμιούς στην περιοχή του, τους ραγιάδες του, ως τους έλεγε. Αλλά την προστασία του άπλωνε κέξω από την περιοχή του, σε Ρωμιούς πούχε πάρει στο χαρέμι των αδερφές των ή κόρες των. Ενδεχόμενον όμως ήτο να σκοτώση μετά κάμποσον καιρόν και κείνον που έσωσε.
Είχε μια νέα υπηρέτρια χριστιανή και μια μέρα της λέει:
— Θες, μωρή, να σε παντρέψω;
— Θέλω, αγά.
— Διάλεξε τον καλλίτερο Ρωμιό ντεληκανή να σου τόνε βλοήσω.
Η υπηρέτρια εδιάλεξε τον καλλίτερο νέο από τ' Αβδού, πούτον χωριό της· κιο Αγάς τον έστειλε παραγγελία να πάρη την υπηρέτρια του· τον έστειλε μαζή κένα φυσέκι, που σήμαινε «αν αρνηθής, θα σκοτωθής». Ο νέος, εννοείται, δέχτηκε κιο γάμος έγινε. Κουμπάρος ο Μόχογλους με αντιπρόσωπο. Μετά μια δυο μέρες πήγε η νύφη να χαιρετήση τον Αγά. Κιο Μόχογλους της είπε:
— Αρέσει σου, μωρή, ο γαμπρός;
— Αρέσει μου, αγά.
Μια πιστολιά τον Αγά την ξάπλωσε κάτω σκοτωμένη.
Αυτή όμως η ψυχική ανωμαλία του Μόχογλου δεν προερχότανε μόνον από τυραννική παραφροσύνη, αλλά, φαίνεται, κιαπό το πιοτό. Οι Μπουρμάδες, δηλαδή οι Κρητικοί πούχαν γίνει κιόλο γινόντανε Τούρκοι, είχαν συμβιβάσει στην Κρήτη το μωαμεθανισμό με το κρασί κήσαν πολλοί που κρυφά ή φανερά παράβαιναν την απαγόρευση του Μουχαμέτη. Ο Μόχογλους έπινε κρυφά, αλλά δεν έπινε για τούτο και το λιγώτερο.
Στα πέντε λεπτά, που περίμενε ο Σιφογιάννης, συλλογιζότανε σε τι διάθεση θαύρισκε άρα γε τον Αγά. Κιαν ήτο στα δαιμόνιά του, τι κακό να τον περίμενε. Θυμότανε τα λόγια της γυναίκας του και μετανοούσε που δεν την άκουσε. Ίσως η αμαρτία να δουλέψη μέρα εξαιρέσιμη (γιατ' η αλήθεια είνε ότι κάποια δουλειά πήγαινε να κάμη), τούφερε στο δρόμο του το Μόχογλου να τον τιμωρήση.
Ο Μοχόγλους όταν έφτασε, αντί να περάση, σταμάτησε το άλογό του μπροστά στο Σιφογιάννη και τούπε:
— Πού πας, μωρέ;
— Στσ' ορισμούς σου αγά. Πάω σταμπέλι μου να κάμω μια ολιά δουλειά.
— Και σήμερο δεν έχετε σκόλη, εσείς οι Ρωμιοί;
Ο Σιφογιάννης άρχισε να τρέμη.
— Ναίσκε, αγά.
— Οϊλέσα,(106) μωρέ, είνε κρίμα να δουλεύγη τέτοια μέρα ένας Ρωμιός;
— Ναίσκε, αγά, αποκρίθηκε ο Σιφογιάννης κέτρεμε περισσότερο.
— Το ζιμιός(107) εσύ δεν είσαι καλός χριστιανός.
— Δεν είμαι, πρέπει, αγά.
— Σα δεν είσαι καλός Ρωμιός, θα σε κάμω Τούρκο.
Ο Σιφογιάννης έκαμε να παρακαλέση, αλλ' από την τρομάρα του τραύλιζε:
— Για το Θεό, αγά…και να χαρής τα παιδιά σου…
Ο Μόχογλους άγγιξε τη μπιστόλα και τούπε:
— Δε θες; Καλλίτερος είσαι συ, γκιαούρη, από 'μένα πούμαι Τούρκος;
— Όι, αγά.
— Αι, να πης και γλίγωρα τση μπιστόλας, γιατί ανημένει.
Και την ίδια στιγμή τράβηξε τη μπιστόλα.
— Ό,τι θες, αγά. Ό,τι ορίζεις. Δικός σου είμαι.
Χωρίς να βάλη στη μέση τον τη μπιστόλα, ο Μόχογλους τούπε:
— Έβγα σαυτονέ τον τράφο, μωρέ!
Ο Μόχογλους είχε στο στόμα ένα σαρδώνιο γέλιο· μαπό το σαστισμό του ο Σιφογιάννης κιαπό το δουλικό φόβο που δεν τον άφηνε να σηκώση το βλέμμα στο πρόσωπο του Αγά, δεν είδε τίποτε. Ανέβη ως τόσο στον ξερότοιχο με αρκετή δυσκολία από την τρομάρα που τον κρατούσε σ' όλα του τα μέλη. Τουρτούριζε ο κακομοίρης και τα δόντια του κτυπούσαν. Τότε ο Μόχογλους του είπε:
— Ό,τι σου λέω να λες!
Είτε από το σαστισμό του, είτε διά να γίνη ευάρεστος στον Τούρκο, είπε στην απόκρισή τον μια τούρκικη λέξη από τις ολίγες πούξερε:
— Πεκ έυ, αγά, (Πολύ καλά).
Ο Μόχογλους άρχισε ν' απαγγέλη με τόνον ιερατικής ευχής:
Τούρτουρος και τουρτουρίνα!
Ο Σιφογιάννης επανάλαβε:
Τούρτουρος και τουρτουρίνα!
Κιο Μόχογλους εσυμπλήρωσε:
Και μεγάλη Τουρκαρίνα!
Αφού επανάλαβε και τη δεύτερη φράση ο χωρικός, ο Αγάς του είπε:
— Αγνάντισες(108) εδά, μωρέ, είντα γίνηκε;
Με δειλό νεύμα φανέρωσε ο Σιφογιάννης πως δεν κατάλαβε.
— Θα σου το πω, εγώ, είπεν ο Μόχογλους. Ετούρκεψά σε. Και να μου γνωρίζης και χάρη που σεγλύτωσα από το σουνέτι.(109) Από σήμερο και πέρα είσαι Τούρκος. Θα παίρνης αμπτέστι(110) και θα προσκυνάς, σαν Τούρκος.
Ο Σιφογιάννης έκλινε την κεφαλήν.
— Στσ' ορισμούς σου, αγά…μα…
— Μα και μα δεν έχει! Είσαι Τούρκος. Σου δίδω κιόνομα τούρκικο· Τζαφέρης.
Έκλινε πάλιν την κεφαλήν τον ο χωρικός, χωρίς να πη λέξη.
— Άιντε δα, είπεν ο Μόχογλους, και να μην ακούσω πως πίνεις κρασί. Κατές πως ο προφήτης μας είπε να μην πίνωμε κρασί. Εγώ που θωρείς δεν το βάνω ποτέ στο στόμα μου. Είνε μεγάλο κρίμα. Ντοαλέρ(111), Τζαφέρ αγά!
Ο Μόχογλους, αφού έβαλε την μπιστόλα στη μέση του, εφτέρνισε τάλογό τον κέφυγε· κιο Σιφογιάννης έμεινε στο δρόμο μόνος με την απελπισία του. Το χοντρό και μαύρο του χέρι σπόγγισε ίδρωτα αγωνίας από το μέτωπό του.
— Α! γυναίκα, γυναίκα, είπε μαναστεναγμό, καλά που μούλεγες και δε σάκουσα. Να η αμαρτία που μέφερε, Κεδά είντα θα κάμω;
Μια στιγμή κίνησε για να γυρίση στο χωριό· αλλ' ευθύς άλλαξε γνώμη και τράβηξε κάτω προς ταμπέλι, όπου πήγαινε. Στο κεφάλι του ήτο ένα φοβερό κιαξέμπλεχτο ανακάτωμα. Μια φορά που ο Μόχογλους τούπε να γίνη Τούρκος, πώς μπορούσε να παρακούση; Η τιμωρία του θα ήτο θάνατος, αφού και χωρίς αιτία σκότωνε. Αλλά και να χάση την πίστη του έτσι; Ο πατέρας του κοι πρόγονοί τον με τόσα που υπόφεραν εφύλαξαν τη θρησκεία των· κιαυτός για μια φοβέρα θαλλαξοπίστιζε; Πάλι όμως δεν εύρισκε μέσα του αυταπάρνηση μαρτυρική· κι άμα έφτανε στη σκέψη να παρακούση τον τύραννο κιας πέθαινε για τη πίστη του, ξέφευγε και ζητούσε τρόπο να σώση και την πίστη και τη ζωή του. Να πάη στον Αγά και να πέση στα πόδια του; Ούτε θα τον άφηναν να μπη στο κονάκι του. Αλλά και πάλι η μπιστόλα θα του μιλούσε. Να βάλη άλλον να μεσιτέψη; Ποιόν; Αλλά κιαφού μπροστά στο Μόχογλου δέχτηκε ο ίδιος να γίνη Τούρκος, μαρτύρησε πίστη στο Μουχαμέτη. Και τώρα αν έμενε χριστιανός, ήτο ως να γύριζε από την τουρκική στη χριστιανική θρησκεία. Κιαυτό θα ήτο η εσχάτη προσβολή κατά των Τούρκων και της θρησκείας των. Μια μόνη διέξοδο έβλεπε· να είνε στο φανερό τούρκος και στο κρυφό χριστιανός.
Οι περισσότεροι στην Κρήτη πούχαν τουρκέψει και τούρκευαν, αυτή την απόφαση έπαιρναν. Γιαυτό κιαλλαξοπίστιζαν όλοι μαζή οι κάτοικοι των χωριών. Αλλ' είτε κοι ίδιοι, είτε οι απόγονοί των, σε μια ή δυο γενεές, συνείθιζαν να ζουν ως Τούρκοι και τότε αληθινά απαρνούντο την καταδιωγμένη θρησκεία των. Ήτο όμως και πολύ δύσκολο, πολλάκις κιαδύνατο να κρατήσουν την απόφασή των, να κάνουν κρυφά τους τύπους της χριστιανικής λατρείας και φανερά να περνούν ως Τούρκοι.
Ο Σιφογιάννης πέρασε όλο ταπόγεμα σταμπέλι του· κιόλη την ώρα καταγινότανε σε διάφορες μικροδουλιές, αλλά πραγματικώς δούλευε το μυαλό του και βασανιζότανε νάβγη από το φοβερό αδιέξοδο, που τον είχε βάλει ο Μόχογλους. Και τρόπο να γλυτώση δεν εύρισκε.
Μόνο μια ελπίδα είχε· ότι ο Αγάς ήτο μεθυσμένος, ότι το μεθύσι του τον έβγαλε σαυτό που τούκαμε κιότι την άλλη μέρα θα το λησμονούσε. Πώς μπορούσε νάνε σοβαρό ένα τέτοιο τούρκεμα; Είχε ακούσει πως κιάλλους χριστιανούς είχαν προ ετών τουρκέψει μόνο με λίγα λόγια ενός ιμάμη,(112) αλλά σαυτή την περίσταση ήτο τουλάχιστον ένας αντιπρόσωπος της μωαμεθανικής θρησκείας. Πώς να θεωρηθή λοιπόν αληθινό το τούρκεμα πούγινε στο δρόμο κιαπό τούρκο που δεν είχε κανένα ιερατικό αξίωμα; Αλλ' αν το πράμμα δεν είχε τυπικό κύρος, είχε όμως πραγματικό. Αφού τώθελε ο Μόχογλους κη μπιστόλα του να γίνη τούρκος, ήτον αναγκασμένος να γίνη. Και δεν ήτο το ίδιο; Δεν θα πήγαινε πεια στην εκκλησία, αλλά στο τζαμί, δεν θα λεγότανε Γιάννης, αλλά Τζαφέρης. Και πάντα θα κολαζότανε. Μπορούσε να παραβή την προσταγή τον τυράννου και χωρατά αν του τώκαμε;
Ενώ έτσι σκεπτότανε, αναστέναζε κέλεγε:
— Άχι! Θε μου, δε λυπάσαι μπλειο τσοι χριστιανούς; Εξέχασές μας τσοι κακομοίριδες; Κιάρχισε κέκλαιγε.
Σε λίγες ώρες απογέρασε από τη ψυχική του αγωνία. Και τόσο αποχυμένο και χλωμό ήτο το πρόσωπό του όταν το βράδυ γύρισε στο σπίτι, που η γυναίκα του νόμισε πως ήταν άρρωστος.
— Όι, δεν είμ' αρρωστάρης, της είπε· μόνο εκουράστηκα.
Σκεπτότανε να μην πη στη γυναίκα του τη συνάντησή του με το Μόχοχλου και τα όσα ακολούθησαν, έως ότου θάβλεπε τρόπο να ξεμπλέξη.
— Εκουράστηκες; είπεν η Σιφογιάννενα. Θωρείς τα δα; Καλά το φοβούμουνε 'γώ. Μα, καλορρίζικε άθρωπε, δε φοβάσαι την αμαρτία, τέτοια σκόλη πούνε;
— Αι, ό,τι γίνηκε, γίνηκε, είπεν ο Σιφογιάννης κέπεσε σένα πεζούλι του σπιτιού. Άλλη φορά δε θα το κάμω. Μα ο Θεός το κατέει πως α δε δουλεύγω και καματερές και σκόλες, δε θα προφτάνω να μπουκόνω τσαγάδες, να μαφήνουνε να ζω.
Η Σιφογιάννενα είχε ανάψει φωτιά κ' ετοιμαζότάνε να μαγειρέψη. Δίπλα της στην πυροστιά ήτο ένα κιούπι, σκεπασμένο και δεμένο με πανί.
— Κ' είντα χαζιρεύγεσαι(113) να μαγερέψης; ρώτησε ο Σιφογιάννης.
— Σύγλυνα (114). Αυτά που μούπεψε τσι προημερνές η συντέκνισα απού το Λασίθι.
— Σύγλυνα; ξεφώνησε με τρομάρα ο Σιφογιάννης.
— Γιάειντα; Φοβάσαι να μη μας έρθη κιανείς Τούρκος μουσαφίρης; Θε μου, βλέπε μας!
— Εγώ χοιρινό δεν μπορώ μπλειο να τρώω.
— Γιάειντα;
— Γιατί 'μαι Τούρκος.
Η γυναίκα τον παρατήρησε με απορία. Τρελλάθηκε ή χωράτευε;
— Τούρκος; Είντα λόγια 'ν' αυτά, νοικοκύρη μου;
Αποφάσισε και της διηγήθηκε πως στο δρόμο τον τούρκεψε ο Μόχογλους.
Η Σιφογιάννενα έμεινε.
— Κεδά; είπε με μισή φωνή.
— Είντα μπορούμε να κάμωμε; Τούρκο με θέλει τούρκος θα γενώ.
— Νουσουμπέτι(115) να τουρθή! καταράστηκε η Σιφογιάννενα, αλλά και φρόντισε να χαμηλώση τη φωνή της.
— Α δεν κάμω το θέλημά του, κατές είντα θα γενή.
Με βαθύ αναστεναγμό η γυναίκα είπε:
— Ω Χριστέ μου!
Έπειτα:
— Κείντα θα κάμης εδά;
— Πρώτα πρώτα θα πάψω να λέωμαι Γιάννης και θα λέωμαι Τζαφέρης. Θα φορώ σαρίκι και θα πω στο χωριό πως από σήμερο και πέρα είμαι τούρκος.
Μείνανε συλλογισμένοι κάμποσα λεπτά. Έπειτα η γυναίκα είπε:
— Δεν πας να το πης και του παπά;
— Κείντα μπορεί να μου κάμη κιο κακορρίζικος ο παπάς; Να βρη το μπελλά του κιαυτός;
— Μια βουλή θα σου δώση.
Ο Σιφογιάννης πήγε την ίδια βραδιά και ζήτησε γνώμη του παπά. Αλλ' ο παπάς, ένας καλός και με θάρρος χριστιανός, του υποσχέθηκε κάτι περισσότερο· τη μεσολάβησή του:
— Θα πάω 'γώ να τόνε δω· κιο Θεός να δώση να τόνε βρω στσι καλές του. Μάνεν τόνε βρω στα δαιμόνια του, και για σένα δε θα κάμω πράμμα κεμένα μπορεί να μου δώση κιαμιά μπιστολιά. Η γιαλήθεια είνε πως όντεν έρχεται στο χωριό δε μου αγριγιομιλεί. Να σου πω κιόλας πολλά κακός δεν είνε…(είπε σταυτί τον Σιφογιάννη) μάνε κουζουλός… θαρρώ πως πίνει κιόλας.
Όσο να περιμένη την απάντηση του παπά, ο Σιφογιάννης δε βγήκε από το σπίτι του. Αν έβγαινε, έπρεπε να βγάλη τη μαύρη πέτσα και ναρχίση να κάνη εξωτερικώς τον Τούρκο. Αφήκε μια μέρα και τη δεύτερη πήγε ο πάπας στο Μοχό νάβρη τον Αγά. Κιόταν το βράδυ γύρισε, είπε στη Σιφογιάννενα από την πόρτα:
— Ανεζινιό, είν' ακόμ' από κεινά τα Λασιθιώτικα σύγλυνα; Να τα τηγανήσης μαυγά να τα φάμε μαζή.
Κιαφού μπήκε κέσπρωξε την πόρτα, είπε:
 — Φέρε και κρασί. Ο αγάς μου παράγγειλε να πιούμε και στην υγειά
του.
 — Καλό μουζντέ(116) μάςε φέρνεις, ευλοημένε; είπε η γυναίκα. Δόξα
σοι ο Θεός!
 — Δοξασμένο νάνε τόνομά του! είπε κιο Σιφογιάννης κέκαμε το σταυρό
του.
— Ο Θεός αλήθεια έκαμε και τον εβρήκα στα καλά του, είπεν ο παπάς. Και κατές είντα μούπε; Σε 'δε, λέει, πως δεν είσαι καλός χριστιανός, γιατί πήαινες να δουλέψης μέρα σκόλη, και γιαυτό 'βαλε στο νου του να σε κάμη Τούρκο.
— Η αμαρτία, μουρμούρισε η Σιφογιάννενα.
— Δε σας είπα πως ο Μόχογλους δεν είνε κακός; Μαγάρι νάσαν κιάλλοι Τούρκοι σαν κιαυτόν. Μόνο να μην είνε στα μεράκια και τα μπουριά του. Ώστε να με δη, ένιωσε γιατί πήα κιάρχιξε να γελά. Στο ύστερο μου λέει: «Σαν τόνε θες, εσύ παπά, χριστιανό, χάρισμά σου. Ας μείνη στην πίστη σας. Και καλά 'καμες κήρθες γλίγωρα, γιατί, α μαθητευότανε πως ετούρκεψε, δε θα μπόριε μπλειο να ξετουρκέψη.
Τόσο βάρος έφυγε από το στήθος του Σιφογιάννη και τόση χάρη γνώριζε για το γλυτωμό του, που ευχήθηκε για τον τύρανο:
— Ο Θεός να του δώση τσοι χρόνους που μούκοψε!


ΠΗΓΗ.http://www.hellenicaworld.com/Greece/Literature/IoannisKondylakis/gr/ProtiAgapi.html

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ... Ο ΤΥΠΟΣ ΡΕΘΥΜΝΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 30 ΙΟΥΛΙΟΥ 1932

1. Ο ΤΥΠΟΣ ΡΕΘΥΜΝΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 30 ΙΟΥΛΙΟΥ 1932 

2.ΚΥΡΙΑΚΗ 31 ΙΟΥΛΙΟΥ 1932 

3..Ο ΤΥΠΟΣ..ΡΕΘΥΜΝΟ 2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1932 

4.ΡΕΘΥΜΝΟ ΤΕΤΑΡΤΗ 3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1932 

5.ΡΕΘΥΜΝΟ 4 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1932 
ΠΗΓΗ.http://vikelaia-epapers.heraklion.gr/

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΧΟΛΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ
"Ξ Ε Ν Ι Ο Σ  Κ Ρ Η Σ"

Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΧΕΤΖΟΓΙΑΝΝΑΚΗ



ΚΩΜΩΔΙΑ

ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ....Διασκευασμένο σε Θεατρική Σχολική Παράσταση.....


 ΠΡΟΣΩΠΑ


 ΣΗΦΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΑΝΕΖΙΝΑ

ΑΓΑΣ ΜΟΧΟΓΛΟΥ

ΠΑΠΑ ΜΑΘΙΟΣ



 ΣΚΗΝΗ Α΄

Εσωτερικό χωριάτικου κρητικού σπιτιού. Ο Σηφογιάννης με τη γυναίκα του Ανεζίνα κάθονται κοντά στο τζάκι.

ΣΗΦΟΓΙΑΝΝΗΣ: Βράσε μου μπρε Ανεζινιώ έναν έρωντα να τονε πιω κι ύστερα να προβάλλω ίσαμε το Λάκο, να δω ίντα γίνεται τ’ αμπέλι, ανε θέλει κλάδεμα, καθάρισμα…

ΑΝΕΖΙΝΑ: Ε! τον παντέξουρο! Ήπιενε πρώτα τσι ρακές του και δα θέλει και ορεχτικό. (Σηκώνεται για να φτιάξει το ρόφημα. Σε λίγο επιστρέφει κρατώντας μια φλιτζάνα που αχνίζει) Ορίστε το βραστάρι σου. (Κάθεται κι ενώ  σκαλίζει τη φωτιά συνεχίζει): Καλιά ‘χα γω να μη πας εκειά που συλλογάσαι  μα και να σου το πω το ίδιο μου κάνει. Δεν το κατέχεις πως είναι διπλόσκολο σήμερο; (Περιφρονητικά) Ε, τον παντέρμο χριστιανό!

ΣΗΦ. Χριστιανός είμαι κι αμέ ίντά ‘μαι! Είπα σου πως θα πάω μόνο να δω, μόνο σώπα!

ΑΝΕΖ. Ναι, να δεις, να δεις! Είδα τονε γω το σάρακα και το σκαπέτι που τα ‘χεις έτοιμα. Καλά δα δε σου τό  ‘πενε ο παπάς αλλότες! Παιδιά, σκυλιά δεν έχομε κι αντί να ξανοίγεις μια ολιά και τη ψυχή σου, γυρίζεις συνέχεια στα χωράφια.

ΣΗΦ. Δε θωρείς τα πλούτη μου; Δουλεύγω, δουλεύγω και σάλιο δεν έχω στο στόμα. Δεν έχω κοπέλια μα έχω αφεντικά. Πρέπει να δουλεύγω για να ‘χω να πλερώνω το χαράτσι και τ’ άλλα δοσίματα, να χορταίνω τσ’ αγάδες για να γλιτώνω σκιας από τσι ξυλιές. (Σηκώνεται, δένει στο κεφάλι του το μαύρο μαντήλι και κατευθύνεται προς την έξοδο, λέγοντας) Πάω!

ΑΝΕΖ. Στο καλό να πας! Και ξάνοιξε να ανεμαζωχτείς ογλήγορα να μη με βάλεις στην έγνοια. (Μένοντας μόνη μονολογεί) Ε, μα ανέ σου το ‘πα! Δε θα με βγάλεις από το λόγο μου, λέω! (Κάνει το σταυρό της και καθίζει στο σκαμνί κοντά στο τζάκι) Ο Θεός να τονε καλοστρατίζει. Καλός άθρωπος είναι ο κακομοίρης μα ταμακιάρης. Δουλειά κι άγιος ο Θεός!

 (αυλαία)


 ΣΚΗΝΗ Β΄

Εξοχή. Ο Σηφογιάννης προχωρεί έχοντας στον ώμο το σκαπέτι και στο χέρι τον σάρακα (πριόνι).

ΣΗΦ. (Μονολογεί) Μωρέ δίκιο το ‘ χει αυτή η κακομοίρα η Ανεζίνα μα πού να το βρει. Ετσά ‘μαθα κι εγώ από τσοι μακαρίτες τσοι γονέους μου, εδά μπλιο θ’ αλλάξω; Μα ο Θεός θωρεί πως κακό δε κάνω. Δουλεύγω, δε πάω στη κλεψά; Κι αν δε πολυπηγαίνω στην εκκλησά δεν είναι που δε θέλω το Χριστό και τσ’ αγίους, μα είναι χούι κι αυτό. Τάξε πως κείνοι που πάνε έχουνε πια καλή καρδιά από μένα; Μα ποιος είναι κοντό κειοσές απου ‘ρχεται  από τη στράτα του Μοχού! Θεός φυλάξοι, μα του Αγά του Μόχογλου μοιάζει. Γιάε εξεπέζεψε τη φοράδα ντου κιέρχεται επαέ. Ο Θεός να με ξεμιστέψει!

ΑΓΑΣ: Πού πας μωρέ;

ΣΗΦ. Στσ’ ορισμούς σου αγά. Πάω στ’ αμπέλι μου να κάμω μια ολιά δουλειά.

ΑΓΑΣ: Ντα σήμερο δεν έχετε βαρά σκόλη εσείς οι Ρωμιοί;

ΣΗΦ.  Ναίσκες αγά μου, έχομε.

ΑΓΑΣ: Και πούρι δεν είναι αμαρτία να δουλεύγει τέτοια μέρα ένας ρωμιός;

ΣΗΦ. (τρέμει από το φόβο του) Ναίσκες αγά μου.

ΑΓΑΣ: Το λοιπόν εσύ δεν είσαι καλός χριστιανός.

ΣΗΦ. Ε, δεν είμαι πρέπει αγά μου.

ΑΓΑΣ: Σα δεν είσαι καλός ρωμιός, θα σε κάμω τούρκο.

ΣΗΦ.  (Με τρόμο τραυλίζοντας) Για το Θεό, αγά και να χαρείς τα παιδιά σου.

ΑΓΑΣ: (Αγγίζει τη πιστόλα του) Δε θες; Καλύτερος είσαι μωρέ εσύ γκιαούρη από μένα που ‘μαι τούρκος; (τραβά τη πιστόλα)

ΣΗΦ. Όι, αγά. Ότι θες αγά. Ότι ορίζεις. Δικός σου είμαι.

ΑΓΑΣ: Έβγα μωρέ σε κειονέ το τράφο.(Βγαίνει) Να λες ότι σου λέω!

            «τούρτουρος και τουρτουρίνα»

ΣΗΦ. Τούρτουρος και τουρτουρίνα

ΑΓΑΣ: «και μεγάλη τουρκαρίνα»

ΣΗΦ. Και μεγάλη τουρκαρίνα

ΑΓΑΣ: Σου χαρίζω το σουνούτι  που κανονικά ήπρεπε να σου κάνω. Εκατάλαβες εδά ίντα γίνηκε; ( Σηφογιάννης γνέφει όχι) Θα σου πω εγώ . Ετούρκεψά σε. Από σήμερο και πέρα είσαι τούρκος.

ΣΗΦ. Στσ’ ορισμούς σου αγά μου, Μα…

ΑΓΑΣ: Μα και μου δεν έχει. Είσαι τούρκος, θα ‘χεις και όνομα τούρκικο. Τζαφέρης.

( Ο Σηφογιάννης σκύβει το κεφάλι δουλικά). Κι άκου να δεις, μην αγροικήσω πως πίνεις κρασί! Ούτε χοιρινά θα τρως! Κατές πως ο προφήτης μας , το απαγορεύγει. (Με νόημα) Εγώ που με θωρείς δε το σιμώνω στο στόμα μου! Είναι μεγάλο κρίμα! Άντε με τσι υγείες σου…Τζαφέρ αγά! (Φεύγει).

ΣΗΦ. Α, μπρε γυναίκα(αναστενάζει)! Καλά που μου ‘λεγες και δε σε ‘κουσα. Να η αμαρτία που μ’ έφερε. Κι εδά ίντα θα κάμω; Μπορώ να παρακούσω τον Αγά; Θα με σκοτώσει στα σίγουρα. Αυτός σκοτώνει και χωρίς αιτία, για ψύλλου πήδημα. Μα να χάσω και τη πίστη μου ετσά άδικα; Ο πατέρας μου κι οι προγόνοι μου υποφέρανε τόσα και τόσα και δεν αλλαξοπιστήσανε κι εγώ για μια φοβέρα….(Σκέφτεται) Να πάω κοντό να πέσω στα πόδια του μα… κι ανέ μιλήσει με την πιστόλα του! Λες νά ‘τονε …πιωμένος και να μη θυμάται τα’ ασκέρου πράμα, να …κάνω το κορόιδο. Να βάλω κιανένα να μεσιτέψει, μα ποιο; Παναγία μου κι ίντα θα γενώ! Και που α πάω δα! Ντα έχω νου για δουλειά; Καλλιά να γιαγύρω στο κονάκι μου, να δω ίντα θα κάμω. (Παίρνει το δρόμο της επιστροφής)

 (αυλαία)


 ΣΚΗΝΗ Γ΄

Στο σπίτι του Σηφογιάννη. Μπαίνει.  Φαίνεται καταπονημένος και γερασμένος.

ΑΝΕΖ. (Βλέποντας τον άντρα της) Καλώς τονε. Αλήθεια μα δε σε περίμενα ακόμη.

Μα ίντά ‘χεις, ήπαθες πράμα; Αρρωστάρης είσαι;

ΣΗΦ.  Όι, δεν είμαι αρρωστάρης, μόνο… εκουράστηκα.

ΑΝΕΖ. Εκουράστηκες; Θωρρείς τα δά; Καλά το φοβούμουν εγώ. Η αμαρτίααα!

ΣΗΦ.  Ε, ότι γίνηκε, γίνηκε (κάθεται), άλλη φορά δε θα το μετακάνω. Κι ίντα μαγερεύγεις ετά;

ΑΝΕΖ. Σύγλινα. Από κειανά που ‘πεψε αλλότες η συντέκνισσα από το Λασίθι.

ΣΗΦ.  (ξεφωνίζει) Σύγλινα;

ΑΝΕΖ. Γιάντα; Πρώτη φορά τα τρως; Γιάε μωρέ φωνάρα! Μπα να κάλεσες κειανένα τούρκο και φοβάσαι πως δε θα φάει; Θε μου, βλέπε μας!

ΣΗΦ. Εγώ χοιρινό δε μπορώ μπλιο να τρώω.

ΑΝΕΖ. Άλλα πάλι! Και γιάντα;

ΣΗΦ. Γιατί ‘μαι τούρκος.

ΑΝΕΖ. (με απορία) Ίντά ναι αλάησε αυτές οι παραουλάδες που ξεφουρνίζεις. Εκουζουλάθηκες ή χωρατεύγεις μου.


 Ο Σηφογιάννης φαίνεται να εξιστορεί όσα συνέβησαν ενώ η γυναίκα του δείχνει με γκριμάτσες και χειρονομίες τα συναισθήματα που της προκαλεί η διήγηση. Μετά από λίγο.

ΑΝΕΖ. Κι εδά;

ΣΗΦ. Ίντα μπορούμε να κάμομε; Τούρκο με θέλει, Τούρκος θα γενώ.

ΑΝΕΖ. (χαμηλόφωνα) Ταπλάς να του ρθει του αφορεσμένου, ίντα μας εγίνηκε.

ΣΗΦ. Α δεν κάμω το θέλημά του, κατές ίντα θα γενεί.

ΑΝΕΖ. (αναφωνεί) Χριστέ μου! Κατέω κι αμέ δε κατέω! Ντα δεν ήκουσες ίντά ‘καμε αλλότες τση δούλας του;

ΣΗΦ. Για ανεστόρησέ με, ίντά ‘καμε.

ΑΝΕΖ. Είχε μια νέα υπηρέτρια από τ΄Αβδού και μια μέρα τση λέει: «Θες μωρή να σε παντρέψω; Θέλω Αγά,του λέει. Διάλεξε το λοιπόν τον καλύτερο ρωμιό ντελικανή να σου τονε βλοήσω. Εδιάλεξε κι αυτή το γιο του Βασιλογιώργη , το χωριανό τσης κι ο Αγάς του ‘στειλε παραγγελιά να πάρει την υπηρέτρια του . Μαζί έστειλε κι ένα φουσέκι που πα να πει α δε το κάνεις σε σκοτώνω. Ντάκα ντάκα γίνηκε ο γάμος. Ήτονε κουμπάρος ο ίδιος με αντιπρόσωπο. Μετά από δυο τρεις μέρες επήε η νύφη να χαιρετήσει τον κουμπάρο τσης, τον Αγά κι εκείνος τση λέει. Αρέσει σου μωρή ο γαμπρός; Αρέσει μου Αγά. Βγάνει ο αφορεσμένος την πιστόλα του και πάρ’ την κάτω σκοτωμένη.

ΣΗΦ. Ήκαμές μου τη καρδιά περβόλι. Σάικα μα κατές να δίδεις κουράγιο.

ΑΝΕΖ. Κι ίντα σκέφτεσαι δα να κάμεις;

ΣΗΦ. Πρώτα πρώτα θα πάψω να λέομαι Γιάννης και θα λέομαι Τζαφέρης. Θα φορώ σαρίκι και θα πω στο χωριό πως από σήμερο και πέρα είμαι Τούρκος… Μπουρμάς.

ΑΝΕΖ. Δε πας να το πεις του παπά;

ΣΗΦ. Κι ίντα μπορεί να μου κάμει κι ο κακομοίρης ο παπάς; Να βρει το μπελά του κι αυτός;

ΑΝΕΖ. Μια βουλή θα σου δώσει.

(Χτυπά η πόρτα. Ακούγεται η φωνή του παπά.)

ΠΑΠΑΣ: Ε, Σηφογιάννη, επαέ σε μπρε ευλοημένε;

ΑΝΕΖ. Καλώς το παπα Μαθιό! Κόπιασε κι ότι κι είχαμε τη κουβέντα σου.

ΠΑΠΑΣ: (Μπαίνει και κάθεται) Επαίρνουνα δα από το σοκάκι σας κι είπα να πω ένα χαιρετισμό με τον αφέντη σου, αφού δεν τον είδα μια τση μιας σήμερο στην εκκλησία. Ίντα ναι όμως κι είχετε την αθιβολή μου; Συμβαίνει πράμα;

ΣΗΦ.  Κι αμέ δε συμβαίνει; Ετούρκεψα γω παπα Μαθιό χωρίς να το θέλω, μόνο να μη λες μπλιο Γιάννη…

ΠΑΠΑΣ: Κι αμέ πώς να σε λέω…Τζαφέρη;

ΣΗΦ. (Πετάγεται) Ε;  Ίντά πες! Πού το κατέχεις πως ετσά με έβγαλε ο Μόχογλου;

ΠΑΠΑΣ: Χα! Χα! Χα! Ανεζινιώ ίντα καλό εμαγέρεψες να βάλεις μια μπουκιά να πιούμε μαζί ένα κρασί. Ο Αγάς μου τα πρόκοψε όλα και ξακαρδίζουντονε στα γέλια. Επαράγγειλέ μου να πιούμε και στην υγειά ντου.

ΑΝΕΖ. Δόξα σοι ο Θεός!

ΣΗΦ. Δοξασμένο το όνομά του. Εξαλάφρωσα!  Ίσα μπρε γυναίκα βάλε από κειονά το σύγλινο τση συντέκνισσας να πιούμε μια με τον παπα Μαθιό.

ΠΑΠΑΣ: Αλήθεια-αλήθεια μα ο Θεός ήκαμε το θαύμα του κι ήτονε στσι καλές του ο Αγάς, αλλιώς… Κατές  ίντα μου ‘πενε; Σε είδενε λέει πως δεν είσαι καλός χριστιανός αφού πήγαινες να δουλέψεις μέρα σκόλη και σκέφτηκε να σου παίξει ένα παιγνιδάκι, μπας και καταλάβεις. Κι απόις μ’ έπεψε να ρθω να σε βρω γιατί άμα μαθευγότανε στο χωριό πως ετούρκεψες δεν θαν εμπόριες μπλιο να ξετουρκέψεις.

ΣΗΦ. Ο Θεός να του δώσει τσοι χρόνους απου μου ‘κοψε! Και που ‘σαι παπα Μαθιό… γράψε με πίτροπο στην εκκλησά. Από δα κι ύστερα εγώ θα παίζω το σημαντήρι και στσοι σπερνούς και στσι λειτρουγιές.
 Γέλια.
 (αυλαία)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...